Ο Άγιος Ανδρέας, πολιούχος της πόλης των Πατρών, είναι άμεσα συνδεδεμένος με την πόλη, αφού στον ομώνυμο Ιερό Ναό βρίσκεται ο τάφος, τα Ιερά Λείψανα του, η Τίμια Κάρα και ο Σταυρός πάνω στον οποίο μαρτύρησε.

Η ιστορία του Σταυρού του Αγίου, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή στο ευρύ κοινό. Που φυλασσόταν μέχρι να μεταφερθεί μόνιμα στην Πάτρα, από τι υλικό ήταν κατασκευασμένος και αν ο Απόστολος Ανδρέας άφησε όντως την τελευταία του πνοή πάνω στο συγκεκριμένο Σταυρό.

Θεωρείται ένα πολύ σημαντικό κειμήλιο για όλον τον Χριστιανικό κόσμο.

Από την ημέρα της σταύρωσης του Αποστόλου έως και την εποχή της Φραγκοκρατίας όπου και αρπάχθηκε , ο Σταυρός βρισκόταν στην Πάτρα. Η εποχή εκείνη χαρακτηρίζεται σκοτεινή γιατί πολλά κειμήλια της Εκκλησίας αρπάχτηκαν και μεταφέρθηκαν στη Δύση. Ένα από αυτά ήταν δυστυχώς και ο Σταυρός του Αποστόλου Ανδρέα.

Σύμφωνα με τα αρχεία του Δουκάτου της Βουργουνδίας, ο Σταυρός αρχικά τοποθετήθηκε στη Μονή Weaume στη Μασσαλία, ενώ αργότερα μεταφέρθηκε στη Μονή του Αγίου Βίκτωρος της ίδιας πόλης.

Κατά τη Γαλλική Επανάσταση επιχείρησαν να κλέψουν τον Σταυρό πράγμα που τελικά δεν επιτεύχθηκε. Τα τμήματα του, διασώθηκαν και τοποθετήθηκαν σε θήκη σχήματος κανονικού Σταυρού.

 

Ο Σταυρός και πάλι στην Πάτρα

Στις 9 Οκτωβρίου 1979 ο τότε Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος συναντήθηκε με τον τότε πρόεδρο της Γαλλικής Ιεραρχίας και ολόκληρης της Ρωμαιοκαθολικής Ιεραρχίας της Δυτικής Ευρώπης, Καρδινάλιο και Roger Etchegaray στη Μασσαλία, για να συζητήσουν το θέμα της επιστροφής του Σταυρού στη Πάτρα.

Αφού έγιναν διαβουλεύσεις μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων, ο Καρδινάλιος είπε στον Μητροπολίτη Πατρών «εφ όσον εκ Πατρών εκομίσθη ενταυθα ο Σταυρός, ανήκει εις Πάτρας».

Σύντομα άρχισαν οι επαφές και οι συζητήσεις των δυο πλευρών για την επιστροφή του Σταυρού στην Πάτρα.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενημερώθηκαν για το θέμα .

Στις 18 Ιανουαρίου 1980 αεροπλάνο της πολεμικής αεροπορίας με την αντιπροσωπεία της Ιεράς Μητρόπολης Πατρών, αναχώρησε για τη Γαλλία για την παραλαβή και τη μεταφορά του Σταυρού στην Πάτρα.

Αφού μετέβησαν στη Μασσαλία, παραδόθηκε ο Σταυρός στην ελληνική αντιπροσωπεία, μέσω μιας «άτυπης» τελετής.

Την επόμενη μέρα 19 Ιανουαρίου , αφίχθη στο αεροδρόμιο του Άραξου το αεροπλάνο που μετέφερε το σταυρό, και τις δυο αντιπροσωπείες, των Ορθόδοξων και των Ρωμαιοκαθολικών, και στη συνέχεια και έγινε η επίσημη υποδοχή.

Όσον αφορά το είδος του ξύλου του Σταυρού, υπάρχουν διαφορετικές αναφορές. Ο Ιππόλυτος Ρώμης αναφέρει για ξύλο ελιάς, ο Επιφάνιος μιλάει για σταυρό χωρίς να προσδιορίσει το ξύλο, ο Αρσένιος Κέρκυρας αναφέρεται σε ένα φυτό το οποίο δεν προσδιορίζει, ενώ ο ιστορικός Στέφανος Θωμόπουλος μιλά επίσης για δέντρο ελιάς.

Σε μελέτες που έχουν γίνει πάντως έχει αποδειχθεί πως πρόκειται πράγματι για ξύλο ελιάς και χρονολογείται στον πρώτο αιώνα.

Για τον τρόπο σταύρωσης δεν υπάρχει ομοφωνία. Υπάρχουν αναφορές περί «προσηλώσεως» και όχι περί «προσδέσεως». Στο δεξί πέλμα του Αγίου Ανδρέα, υπάρχει ουλή από το καρφί το οποίο καρφώθηκε στο ξύλο πάνω στο οποίο πέθανε.

Οι υμνογράφοι της Εκκλησίας μιλούν για «προσήλωσιν επί Σταυρού» ενώ παλαιοχριστιανικά έγγραφα μιλούν περί «πρόσδέσεως του Αποστόλου επι του Σταυρού»

Το σχήμα του Σταυρού

Υπάρχουν διαφορετικές απόψεις όσον αφορά το σχήμα του Σταυρού. Αγιογραφίες και φορητές εικόνες σε Ναούς, απεικονίζουν τον Απόστολο Ανδρέα πάνω στο Σταυρό με κάθετα τα δύο ξύλα του ενώ άλλες τον απεικονίζουν πάνω στο σταυρό με το κεφάλι προς τα κάτω.

Ωστόσο η επικρατέστερη άποψη είναι εκείνη που λέει ότι ο Σταυρός ήταν σε σχήμα Χ.Η άποψη αυτή είναι τόσο διαδεδομένη έτσι ώστε συνηθίζεται πλέον τους Σταυρούς σε σχήμα Χ να τους χαρακτηρίζουν ως «Σταυρός του Αποστόλου Ανδρέου».

Κατά τη μεταφορά του στην Πάτρα, το 1980, ήταν τοποθετημένος σε θήκη σχήματος κανονικού Σταυρού αλλά αντικαταστάθηκε από μεγαλύτερη και πιο επιβλητική θήκη, αυτή τη φορά σε σχήμα Χ.

 

Βιογραφία

Ο Ανδρέας, ψαράς στο επάγγελμα και αδελφός του Αποστόλου Πέτρου, ήταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και τον πατέρα του τον έλεγαν Ιωνά. Επειδή κλήθηκε από τον Κύριο πρώτος στην ομάδα των μαθητών, ονομάστηκε πρωτόκλητος.

Ο Ανδρέας (μαζί με τον Ιωάννη τον ευαγγελιστή) υπήρξαν στην αρχή μαθητές του Ιωάννου του Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, που βρισκόντουσαν στις όχθες του Ιορδάνη κι ο Πρόδρομος τους έδειξε τον Ιησού και τους είπε «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», οι δύο απλοϊκοί εκείνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, που χωρίς κανένα δισταγμό κι επιφύλαξη αφήκαν αμέσως τον δάσκαλο τους κι ακολούθησαν τον Ιησού.

Η ιστορία της ζωής του Ανδρέα μέχρι την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη, υπήρξε σχεδόν ίδια με εκείνη των άλλων μαθητών. Μετά το σχηματισμό της πρώτης Εκκλησίας, ο Ανδρέας κήρυξε στη Βιθυνία, Εύξεινο Πόντο (μάλιστα ο Απόστολος, είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας του Βυζαντίου αφού εκεί εγκατέστησε πρώτο επίσκοπο, τον απόστολο Στάχυ  κι αυτού διάδοχος είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης), Θράκη, Μακεδονία και Ήπειρο. Τελικά, κατέληξε στην Αχαΐα.

Στην Αχαΐα, η διδασκαλία του καρποφόρησε και με τις προσευχές του θεράπευσε θαυματουργικά πολλούς ασθενείς. Έτσι, η χριστιανική αλήθεια είχε μεγάλες κατακτήσεις στο λαό της Πάτρας. Ακόμα και η Μαξιμίλλα, σύζυγος του ανθύπατου Αχαΐας Αιγεάτου, αφού τη θεράπευσε ο Απόστολος από τη βαρειά αρρώστια που είχε, πίστεψε στο Χριστό. Το γεγονός αυτό εκνεύρισε τον ανθύπατο και με την παρότρυνση ειδωλολατρών ιερέων συνέλαβε τον Ανδρέα και τον σταύρωσε σε σχήμα Χ. Έτσι, ο Απόστολος Ανδρέας παρέστησε τον εαυτό του στο Θεό «δόκιμον ἐργάτην» (Β΄ προς Τιμόθεον, 2: 15). Δηλαδή δοκιμασμένο και τέλειο εργάτη του Ευαγγελίου.

Οι χριστιανοί της Αχαΐας θρήνησαν βαθιά τον θάνατο του. Ο πόνος τους έγινε ακόμη πιο μεγάλος, όταν ο ανθύπατος Αιγεάτης αρνήθηκε να τους παραδώσει το άγιο λείψανο του, για να το θάψουν. Ο Θεός όμως οικονόμησε τα πράγματα. Την ίδια μέρα, που πέθανε ο άγιος, ο Αιγεάτης τρελάθηκε κι αυτοκτόνησε. Οι χριστιανοί τότε με τον επίσκοπο τους τον Στρατοκλή, πρώτο επίσκοπο των Πατρών, παρέλαβαν το σεπτό λείψανο και το 'θαψαν με μεγάλες τιμές.

Αργότερα, όταν στον θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε ο Κωνστάντιος, που ήταν γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέρος του ιερού λειψάνου μεταφέρθηκε από την πόλη των Πατρών στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των αγίων Αποστόλων «ένδον της Αγίας Τραπέζης». Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου φαίνεται πως απέμεινε στην Πάτρα.

Όταν όμως οι Τούρκοι επρόκειτο να καταλάβουν την πόλη το 1460 μ.Χ., τότε ο Θωμάς Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου αυτοκράτορας Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου και τελευταίος Δεσπότης του Μοριά, πήρε το πολύτιμο κειμήλιο και το μετέφερε στην Ιταλία. Εκεί, αφού το παρέλαβε ο Πάπας Πίος ο Β, το πολύτιμο κειμήλιο εναποτέθηκε στον ναό του αγίου Πέτρου της Ρώμης.

Τον Νοέμβριο του 1847 μ.Χ. ένας Ρώσος Πρίγκηπας, ο Ανδρέας Μουράβιεφ δώρησε στην πόλη της Πάτρας ένα τεμάχιο δακτύλου του χεριού του Αγίου. Ο Μουράβιεφ είχε λάβει το παραπάνω ιερό Λείψανο από τον Καλλίνικο, πρώην Επίσκοπο Μοσχονησίων, ο οποίος μόναζε τότε στο Άγιο Όρος.

Στην πόλη της Πάτρας, επανακομίσθηκαν και φυλάσσονται από την 26η Σεπτεμβρίου 1964 μ.Χ. η τιμία Κάρα του Αγίου και από την 19ην Ιανουαρίου 1980 μ.Χ. λείψανα του Σταυρού, του μαρτυρίου του. Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου ύστερα από ενέργειες της Αρχιεπισκοπής Κύπρου μεταφέρθηκε και στην Κύπρο το 1967 μ.Χ. για μερικές μέρες κι εξετέθηκε σε ευλαβικό προσκύνημα.

Όπως αναφέρει μια Κυπριακή παράδοση, σε μια περιοδεία του, ο Απόστολος Ανδρέας, πήγε και στην Κύπρο. Το καράβι, που τον μετέφερε στην Αντιόχεια από την Ιόππη, λίγο πριν προσπεράσουν το γνωστό ακρωτήρι του αποστόλου Ανδρέα και τα νησιά, που είναι γνωστά με το όνομα Κλείδες, αναγκάστηκε να σταματήσει εκεί σ' ένα μικρό λιμανάκι, γιατί κόπασε ο άνεμος. Τις μέρες αυτές της νηνεμίας τους έλειψε και το νερό. Ένα πρωί, που ο πλοίαρχος βγήκε στο νησί κι έψαχνε να βρει νερό, πήρε μαζί του και τον απόστολο. Δυστυχώς πουθενά νερό. Κάποια στιγμή, που έφτασαν στη μέση των δύο εκκλησιών, που υπάρχουν σήμερα, της παλαιάς και της καινούργιας, που 'ναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ο άγιος γονάτισε μπροστά σ' ένα κατάξερο βράχο και προσευχήθηκε να στείλει ο Θεός νερό. Ποθούσε το θαύμα, για να πιστέψουν όσοι ήταν εκεί στον Χριστό. Ύστερα σηκώθηκε, σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τον βράχο και το θαύμα έγινε. Από τη ρίζα του βράχου βγήκε αμέσως μπόλικο νερό, που τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ' ένα λάκκο της παλαιάς εκκλησίας κι απ' εκεί προχωρεί και βγαίνει από μια βρύση κοντά στη θάλασσα. Είναι το γνωστό αγίασμα. Το ευλογημένο νερό, που τόσους ξεδίψασε, μα και τόσους άλλους, μυριάδες ολόκληρες, που το πήραν με πίστη δρόσισε και παρηγόρησε. Και πρώτα-πρώτα το τυφλό παιδί του καπετάνιου.

Ήταν κι αυτό ένα από τα πρόσωπα του καραβιού που μετέφερε ο πατέρας. Γεννήθηκε τυφλό και μεγάλωσε μέσα σε ένα συνεχές σκοτάδι. Ποτέ του δεν είδε το φως. Δένδρα, φυτά, ζώα αγωνιζόταν να τα γνωρίσει με το ψαχούλεμα. Εκείνη την ήμερα, όταν οι ναύτες γύρισαν με τα ασκιά γεμάτα νερό κι εξήγησαν τον τρόπο που το βρήκαν στο νησί, ένα φως γλυκιάς ελπίδας άναψε στην καρδιά του δύστυχου παιδιού. Μήπως το νερό αυτό, σκέφτηκε, που βγήκε από τον ξηρό βράχο ύστερα απ' την προσευχή του παράξενου εκείνου συνεπιβάτη τους, θα μπορούσε να χαρίσει και σ' αυτόν το φως του που ποθούσε; Αφού με θαυμαστό τρόπο βγήκε, θαύματα θα μπορούσε και να προσφέρει. Με τούτη την πίστη και τη βαθιά ελπίδα ζήτησε και το παιδί λίγο νερό. Διψούσε. Καιγόταν απ' τη δίψα. Ο απόστολος, που ήταν εκεί, έσπευσε κι έδωσε στο παιδί ένα δοχείο γεμάτο από το δροσερό νερό. Όμως το παιδί προτίμησε, αντί να δροσίσει με το νερό τα χείλη του, να πλύνει πρώτα το πρόσωπο του. Και ω του θαύματος! Μόλις το δροσερό νερό άγγιξε τους βολβούς των ματιών του παιδιού, το παιδί άρχισε να βλέπει!

Κι ο απόστολος, που τον κοίταζαν όλοι με θαυμασμό, άρχισε να τους μιλά και να τους διδάσκει τη νέα θρησκεία. Το τέλος της ομιλίας πολύ καρποφόρο. Όσοι τον άκουσαν πίστεψαν και βαφτίστηκαν. Την αρχή έκανε ο καπετάνιος με το παιδί του, που πήρε και το όνομα Ανδρέας. Κι ύστερα όλοι οι άλλοι επιβάτες και μερικοί ψαράδες που ήσαν εκεί. Πίστεψαν όλοι στον Χριστό που τους κήρυξε ο απόστολος μας και βαφτίστηκαν. Φυσικά το θαύμα της θεραπείας του τυφλού παιδιού, ακολούθησαν κι άλλα, κι άλλα. Στο μεταξύ ο άνεμος άρχισε να φυσά και το καράβι ετοιμάστηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του. Ο απόστολος, αφού κάλεσε κοντά του όλους εκείνους που πίστεψαν στον Χριστό και βαφτίστηκαν, τους έδωκε τις τελευταίες συμβουλές του και τους αποχαιρέτησε.

Αργότερα, μετά από χρόνια, κτίστηκε στον τόπο αυτόν που περπάτησε και άγιασε με την προσευχή, τα θαύματα και τον ιδρώτα του ο Πρωτόκλητος μαθητής, το μεγάλο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, που με τον καιρό είχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητές απ' όλα τα μέρη της Κύπρου, ορθόδοξοι και ετερόδοξοι κι αλλόθρησκοι ακόμη, συνέρεαν στο μοναστήρι, για να προσκυνήσουν τη θαυματουργό εικόνα του αποστόλου, να βαφτίσουν εκεί τα νεογέννητα παιδιά τους και να προσφέρουν τα δώρα τους, για να εκφράσουν τα ευχαριστώ και την ευγνωμοσύνη τους στον θείο απόστολο. Κολυμβήθρα Σιλωάμ ήταν η εκκλησία του για τους πονεμένους. Πλείστα όσα θαύματα γινόντουσαν εκεί σε όσους μετέβαιναν με πίστη αληθινή και συντριβή ψυχής.

Το Νοέμβριο του 1973, παράλληλα με το Πολυτεχνείο, αποφασίζεται κατάληψη και στο Παράρτημα του Πανεπιστημίου Πατρών. Ο χώρος ονομάζεται Ελεύθερο Πανεπιστήμιο της Πάτρας και οι χίλιοι περίπου φοιτητές που βρέθηκαν εκεί το μεσημέρι της 14ης Νοεμβρίου εξέλεξαν μια δωδεκαμελή Συντονιστική Επιτροπή με Πρόεδρο τον Κώστα Βογιατζή και μέλη τους:

Κώστα Ευαγγελάκο, Δημήτρη Βεργίδη, Δημήτρη Τσίγκα, Τζόγια Καππάτου, Χριστόδουλο Λέφα, Γιάννη Πουντουράκη, Άννα Μπαστάκη, Νίκο Ηλιόπουλο, Βασίλη Μιχολό, Αντώνη Τσουρινάκη και Μιχάλη Ζουρνά.

Το απόγευμα της Παρασκευής 16 Νοεμβρίου, στα πρότυπα των συναδέλφων τους στο Πολυτεχνείο, οι φοιτητές φτιάχνουν ακόμα και ραδιοφωνικό σταθμό που εκπέμπει στους 1600 χιλιόκυκλους στα μεσαία και εκπέμπει αρχικά σε όλη σχεδόν την πόλη, από τα Ζαρουχλέικα μέχρι το Ρίο και κατόπιν (χάρη στον εξοπλισμό που έφερε ο φοιτητής Βασίλης Κουλουμπής) στην ευρύτερη περιοχή, ακόμα και ως το Μεσολόγγι.

Υπεύθυνοι της λειτουργίας του σταθμού ορίστηκαν οι Χριστόδουλος Λέφας και Αντώνης Τσουρινάκη και εκφωνητές οι Γιάννα Μαμμωνά και Πέτρος Αλεξανδρόπουλος.

Μέσα από τις εκπομπές του σταθμού διαβάζονται κείμενα ενάντια στη χούντα, ενώ ο κόσμος της Πάτρας καλείται να συμμετάσχει σε μια μεγάλη διαδήλωση που διοργανώθηκε το ίδιο βράδυ στους δρόμους της πόλης.

 

Φωτογραφία από την κατάληψη του Παραρτήματος (αρχείο Π. Εσκίογλου)

 

Οι κινήσεις στο ΚΕΤΕΣ και η αποχώρηση

Παράλληλα με την εξέλιξη της κινητοποιήσεις οι φοιτητές που συντονίζουν την κατάληψη ενημερώνονται τηλεφωνικά για όσα γίνονται στο Πολυτεχνείο και την επικείμενη στρατιωτική επέμβαση. Έτσι μετά τα μεσάνυχτα κι ενώ η διαδήλωση έχει τελειώσει, οι πολίτες έχουν αποχωρήσει από το δρόμο και η αστυνομία έχει δυναμική παρουσία, η πόρτα του Παραρτήματος κλείνει για όλους.

Οι περίπου 500 φοιτητές που μένουν μέσα πληροφορούνται ότι στο στρατόπεδο ΚΕΤΕΣ γίνονται περίεργες κινήσεις και ότι υπάρχει πιθανότητα να ξεκινήσουν από εκεί τανκς ενάντια στην κατάληψη. Την ίδια περίπου ώρα ο δικηγόρος Ασημάκης Φωτήλας τους ενημερώνει για την κάθοδο αρμάτων στην Αθήνα και ότι επίκειται η επιβολή στρατιωτικού νόμου σε όλη τη χώρα.

Η αιματοχυσία είναι πια βέβαιη, μαζί και οι δεκάδες συλλήψεις, κι έτσι η Επιτροπή της Κατάληψης αποφασίζει τη σταδιακή εκκένωση του Παραρτήματος. Από την κεντρική πόρτα βγαίνουν κατά διαστήματα ομάδες των 5 ή 10 ατόμων προκειμένου να μην δοθεί η εικόνα της άτακτης αποχώρησης. Μία από αυτές τις ομάδες αναλαμβάνει να «φυγαδεύσει» και τον εξοπλισμό του ραδιοφωνικού σταθμού, ο οποίος μάλλον κατέληξε στο λιμάνι χωρίς να βρεθεί ποτέ από την Αστυνομία, παρά τις έρευνες.

Στις 3 τα ξημερώματα, 3 – 4 φοιτητές από αυτούς που παραμένουν στο Παράρτημα μαθαίνουν μέσω τηλεφώνου για τη στρατιωτική επέμβαση στο Πολυτεχνείο της Αθήνας, χωρίς όμως να διαρρεύσουν την είδηση για να μη δημιουργηθεί πανικός.

Όταν έχει ήδη αποχωρήσει το σύνολο σχεδόν των φοιτητών, στο Παράρτημα παραμένουν κάποια από τα μέλη της Επιτροπής Κατάληψης, μαζί με 2-3 ακόμα φοιτητές. Είναι έτοιμοι να φύγουν όταν αντιλαμβάνονται ότι στην κεντρική είσοδο του Παραρτήματος βρίσκεται ένα περιπολικό της Αστυνομίας με επικεφαλής τον αρχιφύλακα Γεώργιο Δαρζάνο.

Προτιμούν να διαφύγουν από τις τουαλέτες στην πίσω πλευρά του κτιρίου, απ’ όπου φτάνουν στον κήπο του γειτονικού σπιτιού. Ο Διονύσης Ταγκαλάκης αφηγείται πως όταν χτυπούν την πόρτα του σπιτιού, γίνεται ο εξής διάλογος, ανάμεσα στον ίδιο και την ηλικιωμένη κυρία που τους άνοιξε:

 

– Τι θέλετε;

– Μας κυνηγάει η αστυνομία, μπορούμε να περάσουμε;

– Παιδάκι μου, όλο το Πανεπιστήμιο;

– Όχι γιαγιά μόνο εμείς είμαστε…

Πληροφορίες από το βιβλίο: Δ. Κοσμόπουλος, Δικτατορία και Αντίσταση στην Πάτρα 1967-1974, Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης, Πάτρα 2003

Φωτογραφίες: από την ιστοσελίδα του Αντιδικτατορικού Φοιτητικού Κινήματος Πάτρας: http://arcadia.ceid.upatras.gr/afkpatras

 

Η δύσκολη καθημερινότητα των κατοίκων της Πάτρας, που βομβαρδίστηκε από τις πρώτες κιόλας ώρες του πολέμου του 1940, έχει αποτυπωθεί κατά ένα μεγάλο μέρος στις εφημερίδες που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή.

Η αγωνία για τους συγγενείς που χάθηκαν τα ίχνη τους μετά τον πρώτο βομβαρδισμό, η ενημέρωση για την παροχή περίθαλψης στους τραυματίες, για τη λειτουργία των καταφυγίων, για την καταβολή των μισθών στους εργαζόμενους, αλλά και για την κάλυψη των πρώτων αναγκών, περιγράφονται στις στήλες των εφημερίδων, όπως επίσης και οι οδηγίες που έδινε η Νομαρχία προς τους κατοίκους.

Ξεφυλλίζοντας την ημερήσια εφημερίδα της Πάτρας, «Νεολόγος», τα τεύχη της οποίας έχουν διασωθεί και εκτίθενται στο μουσείο Τύπου της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Πελοποννήσου Ηπείρου Νήσων, πέρα από τα πολεμικά ανακοινωθέντα, που είναι το βασικό θέμα, ο σημερινός αναγνώστης μπορεί να αντλήσει διάφορες πληροφορίες για το πώς λειτουργούσε η πόλη και κυλούσε η ζωή εκείνες τις δύσκολες ημέρες.

Ειδικότερα, στις μικρές αγγελίες των πρώτων ημερών του πολέμου δεν δημοσιεύονταν αγοραπωλησίες, ενοικιάσεις, αναζήτηση εργασίας, κ.α., αλλά ζητούνταν πληροφορίες για αγνοούμενους, ενώ ταυτόχρονα Πατρινοί που διασώθηκαν, προσπαθούν να ενημερώσουν με αυτό τον τρόπο τους οικείους τους, για το πού ακριβώς βρίσκονται.

Άλλωστε, όπως έχει περιγραφεί, μετά τον πρώτο βομβαρδισμό της Πάτρας πολλοί κάτοικοι που κατάφεραν να γλιτώσουν, έσπευσαν να φύγουν από την πόλη και να βρουν καταφύγιο στα περίχωρα και γειτονικές κοινότητες, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζουν τι απέγιναν συγγενείς τους, τα ίχνη των οποίων έχασαν την ώρα του πανικού.

Μάλιστα, λόγω της φυγής των κατοίκων, ο τότε νομάρχης ζητούσε από τους κατοίκους των χωριών να ανοίξουν τα σπίτια τους και να τους παράσχουν κάθε δυνατή βοήθεια. Λίγες ημέρες μετά, όταν οι Πατρινοί άρχισαν να επιστρέφουν στην πόλη, ο νομάρχης καλούσε ιδιαιτέρως τους γιατρούς, τους φαρμακοποιούς, τους αρτοποιούς, τους αρτεργάτες και τους παντοπώλες να επιστρέψουν στις εργασίες τους. Ειδικά για τους φαρμακοποιούς και τους παντοπώλες, αναφέρεται ότι αν δεν ανοίξουν αμέσως τα φαρμακεία και τα καταστήματά τους, τα προϊόντα θα κατάσχονται και θα δημεύονται οι περιουσίες τους.

Στο μεταξύ, σε καθημερινή βάση δημοσιεύονταν τα κτίρια τα οποία χρησιμοποιούνταν ως καταφύγια, ώστε οι κάτοικοι να γνωρίζουν πού μπορούν να πάνε για να προφυλαχθούν από τους βομβαρδισμούς. Τα περισσότερα κτίρια με υπόγεια ήταν οικίες, καταστήματα, κλινικές, καθώς και το υπόγειο του καμπαναριού του ιερού ναού της Παντάνασσας, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρχε κανονισμός λειτουργίας των καταφυγίων που έπρεπε όλοι να τον τηρούν.

Μάλιστα, εκείνες τις ημέρες ένα ζευγάρι Πατρινών αποφάσισε να παντρευτεί μέσα σε ένα από τα καταφύγια, προφανώς για να προστατευθούν και να μη ματαιωθεί η τελετή, λόγω των βομβαρδισμών.

Εκτός από τη λειτουργία των καταφυγίων για την προστασία του πληθυσμού, υπήρχαν και περιορισμοί στην κυκλοφορία των πολιτών, η οποία απαγορευόταν από τις 7 το απόγευμα, έως τις 6:30 το πρωί της επόμενης ημέρας.

Επίσης, στην ίδια εφημερίδα δημοσιεύονταν οι επιστρατεύσεις γιατρών, καθώς και πολιτών που είχαν διπλώματα εθελοντών νοσοκόμων και τραυματιοφορέων, ώστε να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες για την περίθαλψη των τραυματιών, ενώ το νοσοκομείο της Πάτρας είχε ενισχυθεί με ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό που είχε έλθει από την Αθήνα.

Όμως, επειδή οι ανάγκες για ιατρική φροντίδα ήταν μεγάλες, λειτουργούσαν υγειονομικοί σταθμοί σε διάφορα σημεία της πόλης, αλλά και σε γειτονικές κοινότητες.

Εκτός από την ιατρική φροντίδα, λαμβάνονταν μέτρα για την καταβολή δεδουλευμένων στους εργαζόμενους. Η επιθεώρηση εργασίας ζητούσε, μέσω δημοσίευσης, από τους εργοστασιάρχες να καταβάλλουν άμεσα τα δεδουλευμένα ημερομίσθια στους εργαζόμενους και τα επιδόματα των στρατευσίμων, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, όπως αναφέρεται, θα λαμβάνονταν αυστηρότατα μέτρα. Παράλληλα τους ζητείται να φτιάξουν καταφύγια στους χώρους των εργοστασίων, ώστε να προστατεύονται οι εργαζόμενοι.

Όσον αφορά στις δημόσιες και δημοτικές υπηρεσίες λειτουργούσαν καθ΄ όλη την διάρκεια της ημέρας αλλά και τις Κυριακές και εξαιρέσιμες, χωρίς διακοπή, ενώ οι τηλεφωνήτριες είχαν εξαιρεθεί των ευεργετικών διατάξεων για τις εργαζόμενες και βρίσκονταν ανελλιπώς στις θέσεις τους.

Επίσης, και τα καταστήματα μπορούσαν να λειτουργούν συνεχώς, όμως απαγορεύθηκε η μεταφορά γραφείων επιχειρήσεων και καταστημάτων εκτός της Πάτρας.

Στο πλαίσιο προφανώς των αναγκών που είχε δημιουργήσει ο πόλεμος ζητήθηκε να παρουσιαστούν στην Τροχαία μηχανοτεχνίτες αυτοκινήτων, διευθυντές μηχανουργείων, καταστηματάρχες ειδών αυτοκινήτων, όπως και επισκευαστές ελαστικών.

Στην ίδια εφημερίδα υπήρχε ανακοίνωση για τους άστεγους και όπως γίνεται γνωστό, φιλοξενούνταν σε παιδικές εξοχές και δημοτικά σχολεία, ενώ οργανώνονταν συσσίτια για τους απόρους.

 

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τα Παιδιά από την Πάτρα είναι ελληνικό μουσικό συγκρότημα λαϊκής μουσικής. Τα μέλη του συγκροτήματος ήταν ο Λάμπρος Καρέλας τραγούδι, ο Χρήστος Παπαδόπουλος μπουζούκι, ο Αργύρης Παπαγεωργίου, ο Βαγγέλης Δεληκούρας, και ο Παναγιώτης Μανωλάκος (μπουζούκι). Στο αρχικό σχήμα που έπαιξε στο Χάραμα συμμετείχε και η Ρούλα Μπεκάκου, η οποία αποχώρησε στη συνέχεια.

Παρά τον τίτλο του τα μέλη του συγκροτήματος ήταν από άλλα μέρη της Ελλάδας. Στην Πάτρα ήταν φοιτητές και έχοντας γνώση κάποιων μουσικών οργάνων αποφάσισαν να συγκροτήσουν ένα μουσικό σχήμα δίνοντας αυτό το όνομα.

Ξεκίνησαν το 1981 από το νυχτερινό κέντρο Χάραμα που βρισκόταν στην Οβρυά. Η επιτυχία τους ήταν μεγάλη και το 1983 κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο, με τίτλο Αφιερωμένο εξαιρετικά, ο οποίος έγινε χρυσός, πουλώντας 350.000 δίσκους, και τους έκανε γνωστούς σε όλη την Ελλάδα. Το τραγούδι Δεν θέλω τη συμπόνια κανενός ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία τους. Έδωσαν πολλές συναυλίες στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.

Δισκογραφία

Αφιερωμένο εξαιρετικά, 1983

Αχαρνών 77, 1985

Καραβάν, 1985

Απόψε πάλι, 1986

Τα χρυσά τραγούδια, 1987

Θα πεθάνω νωρίς, 1987

Μια βραδιά (live), 1989

Θα χτυπήσω αναβολή, 1991

Ανατολή λατρεία μου, 1993

Μεγάλες επιτυχίες 1, 1993

Χωρίς ανθρακικό, 1995

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE