Της
Ασπασίας Ρηγοπούλου*

Βαδίζοντας ήδη την τρίτη δεκαετία του 2020 δεν έχουμε περιθώρια να κάνουμε βήματα προς τα πίσω. Άλλωστε κοιτάζοντας στο πρόσφατο παρελθόν θα συναντήσουμε επιλογές που περισσότερο μας πληγώνουν παρά μας ικανοποιούν.
 
Ο απολογισμός της περασμένης δεκαετίας είναι θλιβερός σχεδόν σε όλους τους δείχτες του, οικονομικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς. Δεν γνωρίζω εάν πήραμε το μάθημά μας ατομικά ο καθένας μας και συνολικά ως μέλη της κοινωνίας –αυτό είναι κάτι που θα κριθεί στην πορεία- αλλά εάν δεν αλλάξουμε βηματισμό δεν θα πετύχουμε την προκοπή και την πρόοδο που όλοι επιζητούμε. Κι αυτό αφορά τόσο την τοπική κοινωνία όσο και ολόκληρη τη χώρα.

Βασική προϋπόθεση για να ξεφύγουμε από τον κλοιό της μιζέριας είναι η εργασία γύρω από την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων και φυσικά η συνεννόηση και η συνεργασία. Όλοι μπορούμε να συμβάλλουμε στην αλλαγή πορείας αυτή τη νέα δεκαετία. Πρωτίστως φυσικά όσοι κατέχουν θέσεις ευθύνης, είτε ως αιρετοί είτε ως διορισμένοι, και ακολούθως όλοι οι άλλοι από τις εργασιακές μας και κοινωνικές μας θέσεις μπορούμε να ανατρέψουμε όλο το αρνητικό κλίμα της προηγούμενης δεκαετίας. Να εργαστούμε ώστε να μετατρέψουμε το αρνητικό πρόσημο σε θετικό για όλους τους δείκτες της ζωής μας.

Αναγνωρίζω ότι είναι δύσκολη η αλλαγή της νοοτροπίας αλλά βιώσαμε και βιώνουμε όλοι τις παρενέργειες που προκάλεσαν οι μέχρι σήμερα επιλογές μας. Οφείλουμε να αλλάξουμε ως ενεργά μέλη της κοινωνίας και να εργαστούμε για να διορθώσουμε όλα τα λάθη του παρελθόντος.
 
Ας στοχεύσουμε στην αναβάθμιση της πόλης μας, του νομού μας, της περιφέρειάς μας. Επιτέλους να δούμε τους τοπικούς φορείς να συνεργάζονται και με κοινό βηματισμό να διεκδικούν την ανάπτυξη και την αναμόρφωση της περιοχής μας. Αρκετά έχει πληρώσει ο τόπος μας την πολυφωνία και το διαπιστωμένο έλλειμμα της συνεργασίας.
 
Στο χέρι μας είναι λοιπόν τις σελίδες του 2020 να τις γεμίσουμε με θετικές πράξεις και ενέργειες που θα μας οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα για τον τόπο μας.


* Η Ασπασία Ρηγοπούλου είναι γιατρός στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Πάτρας και διδάκτορας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. 


Άρθρο του Τομεάρχη Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σωκράτη Φάμελλου για την ενέργεια το 2020, σε ειδικό αφιέρωμα του energypress.gr

 «Η συζήτηση για την ενεργειακή πολιτική του 2020, πρέπει να γίνει στο πλαίσιο της απόφασης για μία κλιματικά ουδέτερη Ευρώπη το 2050, μιας απόφασης που θα επιφέρει ριζικές αλλαγές στους τομείς που συνδέονται με το περιβάλλον και την ενέργεια, αλλά και γενικότερα στην οικονομία της Ένωσης και κάθε κράτους-μέλους», υπογραμμίζει ο Σωκράτης Φάμελλος, σε άρθρο του για τις προκλήσεις του ενεργειακού τομέα το 2020.

Επισημαίνει ότι η ενσωμάτωση του στόχου της κλιματικής ουδετερότητας στο παραγωγικό μας μοντέλο συνεπάγεται σοβαρές αλλαγές στον τρόπο που ζούμε (καταναλωτικό πρότυπο, μεταφορές, κατοικία) και παράγουμε, ενώ τονίζει ότι ο στόχος, που φαίνεται να είναι κοινός, διαφέρει ως προς τις αναγνώσεις του, και αντίστοιχα, την οδό που θα μας οδηγήσει στη βιώσιμη ανάπτυξη. «Οφείλουμε να εξασφαλίσουμε ότι η μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα θα είναι βιώσιμη και στα τρία επίπεδα, οικονομικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό».

Τονίζει ότι ο ενεργειακός σχεδιασμός «οφείλει να απαντάει στο ενεργειακό τρίλημμα (energy trilemma), δηλαδή στην εύρεση της χρυσής τομής μεταξύ της κλιματικής, περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, της ενεργειακής ασφάλειας (εφοδιασμού), και της εξασφάλισης πρόσβασης στο αγαθό της ενέργειας σε χαμηλό κόστος.»

Σημειώνει ότι για την κυβέρνηση της ΝΔ η υλοποίηση του ενεργειακού σχεδιασμού «αφήνεται στην «όρεξη» των ιδιωτών, κάτι  που συνάδει απόλυτα με τη σκληρά νεοφιλελεύθερη ιδεολογική της επιλογή, την ιδιωτικοποίηση των πάντων». Ενώ «Η ισχυρή παρουσία του δημοσίου στις ενεργειακές υποδομές είναι ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί η ισορροπία στο «ενεργειακό τρίλημμα», καθώς και να διασφαλιστεί ότι η Ελλάδα θα επιτύχει τους περιβαλλοντικούς και κλιματικούς της στόχους με ασφάλεια και χωρίς αποκλεισμούς.»

Σχετικά με την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, επισήμανε ότι: «Παρότι βρισκόμασταν σε πλαίσιο Μνημονίου, καταφέραμε αρκετά. Στον τομέα του περιβάλλοντος και της ενέργειας διαμορφώσαμε ένα νέο, διαφανές πλαίσιο για επενδύσεις. Διαπραγματευτήκαμε σκληρά στις ιδιωτικοποιήσεις και καταφέραμε συμφωνίες που διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον και την περιουσία του ελληνικού λαού. Προχωρήσαμε στο Κτηματολόγιο, τους δασικούς χάρτες, θέσαμε τις βάσεις για τη χωροταξία και τις χρήσεις γης, υλοποιήσαμε νομοθετικές μεταρρυθμίσεις (χρηματιστήριο ενέργειας, ενίσχυση ΑΠΕ μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών κ.ά.), δημιουργώντας ένα πλαίσιο ασφάλειας δικαίου για τους επενδυτές και για τους πολίτες. Θεσμοθετήσαμε ακόμη, τις Ενεργειακές Κοινότητες, ένα σημαντικό αναπτυξιακό εργαλείο για τους δήμους, τους πολίτες, τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο:

Η συζήτηση για τα διακυβεύματα της επόμενης χρονιάς, και ειδικότερα για την ενεργειακή πολιτική του 2020, πρέπει να γίνει σαφώς στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας για μία κλιματικά ουδέτερη Ευρώπη το 2050. Πρόκειται για μία ιστορική απόφαση, η οποία θα επιφέρει ριζικές αλλαγές στους τομείς που συνδέονται με το περιβάλλον και την ενέργεια, αλλά και γενικότερα στην οικονομία της Ένωσης και κάθε κράτους-μέλους.

Η ενσωμάτωση του στόχου της κλιματικής ουδετερότητας στο παραγωγικό μας μοντέλο συνεπάγεται σοβαρές αλλαγές στον τρόπο που ζούμε (καταναλωτικό πρότυπο, μεταφορές, κατοικία) και παράγουμε. Ενώ ο στόχος μας φαίνεται να είναι κοινός, είναι σίγουρο ότι διαφέρουν και οι αναγνώσεις του όρου, η οδός προς τη βιώσιμη ανάπτυξη, και φυσικά η κοινωνική κατανομή των αποτελεσμάτων της. Οφείλουμε να εξασφαλίσουμε ότι η μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα θα είναι βιώσιμη και στα τρία επίπεδα, οικονομικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό.

Τα πρώτα δείγματα γραφής της παρούσας κυβέρνησης ως προς το αναπτυξιακό μοντέλο, δυστυχώς, δεν είναι ενθαρρυντικά. Ο πρόσφατος «αναπτυξιακός» νόμος του κυρίου Γεωργιάδη δεν περιείχε καμία τομεακή προτεραιότητα, ούτε καν στην καινοτομία, ενώ επέλεξε να αγνοήσει την Αναπτυξιακή Στρατηγική και τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης, τους οποίους είχε ενσωματώσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Η υποτίμηση, εκ μέρους της κυβέρνησης, της κοινωνικής παραμέτρου της ανάπτυξης, υποδηλώνει ότι κάποιο τμήμα της κοινωνίας κινδυνεύει να μείνει πίσω σε αυτήν την διαδικασία μετάβασης.

Σε αυτό το περιβάλλον, το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) αποτελεί τον οδικό χάρτη για τη χώρα μας, ένα τεχνικό και πολιτικό κείμενο για την ενεργειακή μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα, το μετριασμό και την προσαρμογή στην κλιματική κρίση. Το ΕΣΕΚ οφείλει να απαντάει στο γνωστό ως ενεργειακό τρίλημμα (energy trilemma). Το τρίλημμα αφορά στην εύρεση της χρυσής τομής μεταξύ τριών προκλήσεων και συγκεκριμένα μεταξύ της κλιματικής, περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, της ενεργειακής ασφάλειας (εφοδιασμού), και της εξασφάλισης πρόσβασης στο αγαθό της ενέργειας σε χαμηλό κόστος.

Ως εκ τούτου, το Αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα οφείλει να απαντάει επαρκώς και στις τρεις παραπάνω προκλήσεις. Και σαφώς η σύνδεσή του με τα συμφέροντα της χώρας, το κόστος παραγωγής, την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, την κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη, το καθιστούν ιδιαίτερα κρίσιμο πεδίο άσκησης πολιτικής και σίγουρα, εντελώς ακατάλληλο πεδίο για δημιουργία εντυπώσεων.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, από τους πρώτους μήνες διακυβέρνησης, προχώρησε σε μια λανθασμένη επιλογή, ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διαδικασία της ενεργειακής μετάβασης. Επέλεξε να μην διατηρήσει κανένα εργαλείο άσκησης ενεργειακής πολιτικής και να ιδιωτικοποιήσει το σύνολο των δικτύων και των ενεργειακών φορέων. Με απλά λόγια, η υλοποίηση του ΕΣΕΚ αφήνεται στην «όρεξη» των ιδιωτών, κάτι  που συνάδει απόλυτα με τη σκληρά νεοφιλελεύθερη ιδεολογική της επιλογή, την ιδιωτικοποίηση των πάντων.

Η ΝΔ, μετά την ιδιωτικοποίηση των δικτύων ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου (ΔΕΔΔΗΕ, ΑΔΜΗΕ), αλλά και την ιδιωτικοποίηση όλων των ενεργειακών εταιρειών (ΔΕΗ, ΔΕΠΑ, ΕΛΠΕ), πρέπει να απαντήσει στον ελληνικό λαό αν τελικά η πολιτεία θα έχει την ευθύνη υλοποίησης του ΕΣΕΚ ή οι ιδιώτες. Και βέβαια πρέπει να απαντήσει πώς θα διασφαλίσει ότι οι ιδιώτες θα προτάξουν την επίτευξη των στόχων κλιματικής ουδετερότητας, την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας και την ισότητα στην πρόσβαση στην ενέργεια, με χαμηλές τιμές για τον τελικό καταναλωτή, έναντι του κέρδους των επιχειρήσεων τους.

Η Νέα Δημοκρατία υιοθετεί ένα παλιό, παρωχημένο και αποτυχημένο μοντέλο για την πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών. Η συνταγή των αθρόων ιδιωτικοποιήσεων της δεκαετίας του ’80 και του ’90 ανήκει πλέον στο παρελθόν. Αντίθετα, εδώ και μία δεκαετία σχεδόν, παρατηρείται, στην Ευρώπη, μία αντίστροφη τάση επαναδημοτικοποίησης / επανακρατικοποίησης υποδομών, σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία. Αιτία της αντίστροφης τάσης είναι η αρνητική εμπειρία των ιδιωτικοποιήσεων, που είχε ως χαρακτηριστικά την αύξηση των τιμών των υπηρεσιών, την υποβάθμισή τους, καθώς και την καθυστέρηση μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων. Ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Αυστρία, η Κύπρος, η Δανία, η Ισπανία, η Φινλανδία και η Γαλλία, επιλέγουν να διατηρούν έλεγχο του δημοσίου στον ενεργειακό τομέα. Η ισχυρή παρουσία του δημοσίου στις ενεργειακές υποδομές είναι ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί η ισορροπία στο «ενεργειακό τρίλημμα», καθώς και να διασφαλιστεί ότι η Ελλάδα θα επιτύχει τους περιβαλλοντικούς και κλιματικούς της στόχους με ασφάλεια και χωρίς αποκλεισμούς.

Το «αναπτυξιακό» μοντέλο που εφαρμόζει η ΝΔ είναι ιδεοληπτικό και αναχρονιστικό και καταδικασμένο να αποτύχει. Ήδη, από τις πρώτες της επιλογές, κινδυνεύει η χρηματοδότηση των έργων ΑΠΕ, γιατί ακόμα και ο Ειδικός λογαριασμός ΑΠΕ θυσιάζεται για λόγους πολιτικής επικοινωνίας, αλλά και η ορθολογική και ολοκληρωμένη χωροθέτηση των έργων ΑΠΕ. Αυτό το κρατικοδίαιτο, παρασιτικό και αδιαφανές πολιτικό, και σίγουρα όχι αναπτυξιακό, μοντέλο μας οδήγησε στην χρεωκοπία.

Σήμερα, η ενεργειακή αγορά δίνει τη δυνατότητα ανάπτυξης ποικίλων μορφών επιχειρηματικότητας (ιδιωτικής, κοινωνικής και δημόσιας). Τώρα, ειδικά, που η Ελλάδα βρίσκεται εκτός του ασφυκτικού κλοιού της Μνημονιακής επιτροπείας, μπορούμε να αξιοποιήσουμε την τεχνολογική καινοτομία, μέσα όμως σε ένα δίκαιο και διάφανο πλαίσιο ανάπτυξης και επενδύσεων, ώστε, οι νέοι, το πολύτιμο αυτό ανθρώπινο κεφάλαιο, να εργαστούν, να προοδεύσουν και να επενδύσουν στη χώρα.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, παρότι βρισκόταν σε πλαίσιο Μνημονίου, κατάφερε αρκετά. Στον τομέα του περιβάλλοντος και της ενέργειας διαμόρφωσε ένα νέο, διαφανές πλαίσιο για επενδύσεις. Διαπραγματεύτηκε σκληρά στις ιδιωτικοποιήσεις και κατάφερε συμφωνίες που διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον και την περιουσία του ελληνικού λαού. Προχώρησε το Κτηματολόγιο, κύρωσε δασικούς χάρτες, έθεσε τις βάσεις για τη χωροταξία και τις χρήσεις γης, υλοποίησε νομοθετικές μεταρρυθμίσεις (χρηματιστήριο ενέργειας, ενίσχυση ΑΠΕ μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών κ.ά.), δημιουργώντας ένα πλαίσιο ασφάλειας δικαίου για τους επενδυτές και για τους πολίτες. Θεσμοθέτησε ακόμη, τις Ενεργειακές Κοινότητες, ένα σημαντικό αναπτυξιακό εργαλείο για τους δήμους, τους πολίτες, τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Σήμερα, πρέπει πρωτίστως να διασφαλίσουμε ότι, η Ελλάδα δεν θα κάνει ούτε ένα βήμα πίσω και ότι όσα πετύχαμε δεν θα πάνε χαμένα. Για αυτό, οφείλουμε, όλες οι προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις του τόπου, να δημιουργήσουμε μια νέα κοινωνική συμφωνία για την Ελλάδα που μας αξίζει, για όλα και όχι για τα «δικά μας» παιδιά.

 

Είναι σχήμα οξύμωρο. Στις 31 Δεκεμβρίου, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, χιλιάδες πολίτες έσπευδαν -και στην Πάτρα- σε Τράπεζες και Δ.Ο.Υ. για να τακτοποιήσουν οφειλές τους προς την Εφορία. Να πληρώσουν λογής λογής φόρους (φόρος εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, τέλη κυκλοφορίας, εισφορές κ.α.). 

Λιγότερο από 48 ώρες αργότερα, ο Υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας, επαναλάμβανε- για πολλοστή φορά- ότι η κυβέρνηση προσανατολίζεται στη μείωση της φορολογίας και στην τόνωση της ρευστότητας νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Το σχήμα είναι οξύμωρο γιατί, απ’ την μια – απ’ την πλευρά της πραγματικότητας- η πλειονότητα των πολιτών στενάζει υπό το βάρος της υπερφορολόγησης, βλέποντας το εισόδημα της να εξανεμίζεται. 

Απ’ την άλλη, απ’ την πλευρά των μόνιμων εξαγγελιών και των ευσεβών πόθων, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, ακριβώς μισό χρόνο μετά τις εκλογές, ακόμα σχεδιάζει… Ακόμα εξαγγέλλει, ακόμα υπόσχεται, λησμονώντας προφανώς όσα προεκλογικά διεκήρυττε περί ελάφρυνσης της φορολογίας ώστε να δημιουργηθεί ένα νέο, «ενάρετο» οικονομικό περιβάλλον στη χώρα. 

Η πραγματικότητα είναι οδυνηρή. Οι Έλληνες εξακολουθούν να καταβάλλουν φόρους δυσανάλογα υψηλούς σε σχέση με τα εισοδήματα τους, φόροι που αποδυναμώνουν, αν δεν αποδεκατίζουν την αγοραστική τους δύναμη. Οι επιπτώσεις στην αγορά είναι εύλογες. Και περιεγράφησαν πρόσφατα από εμπόρους της Πάτρας και όλης της Αχαΐας -αμέσως μετά τις γιορτές- όταν κατά γενική εκτίμηση ο τζίρος των καταστημάτων τους κατέγραψε φέτος σημαντική υποχώρηση. 

Μισός χρόνος είναι αρκετά μεγάλη περίοδος ώστε να ξεδιπλωθεί ένα άλλο μείγμα οικονομικής πολιτικής. Ακόμα και υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες λειτουργούν τα δημοσιονομικά της χώρας. Ακόμα και υπό την στενότητα των δημοσιονομικών χειρισμών. Ασφαλώς, δεν μηδενίζουμε βήματα που έγιναν, όπως η αποκλιμάκωση του ΕΝΦΙΑ, αλλά αυτό εκ των πραγμάτων απεδείχθη ότι δεν είναι αρκετό. 

Το Κίνημα Αλλαγής θεωρεί ότι η κυβέρνηση κινείται σε λάθος ρότα σε ό,τι αφορά στα δημόσια οικονομικά. Μέσα στο 2020 έρχονται νέα βάρη για τα μικρά και μεσαία εισοδήματα. Βάρη όπως πρόσθετη επιβάρυνση ύψους 638 εκατομμυρίων ευρώ σε ΦΠΑ, 88 εκατομμύρια ευρώ σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, 323 εκατομμύρια ευρώ σε φόρο εισοδήματος, 84 εκατομμύρια ευρώ σε φόρο ακίνητης περιουσίας κ.α. (ομιλία Φώφης Γεννηματά στη Βουλή, 18.12.2019). 

Επόμενο είναι όλα αυτά να έχουν επίπτωση στην αγορά, στο επιχειρηματικό περιβάλλον και στο πεδίο της απασχόλησης. 

Με μια κουβέντα, η ταχύτητα με την οποία δήθεν η Νέα Δημοκρατία θα ωθούσε την οικονομία σε τροχιά ανασύνταξης, αποδείχθηκε μια καλά φιλοτεχνημένη προεκλογική κατασκευή. Η υπερφορολόγηση εξακολουθεί να σκιάζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις και ν’ αφυδατώνει την πραγματική οικονομία από ρευστότητα. Φάνηκε αυτό στις γιορτές. Παρά τις περί του αντιθέτου υπεραισιόδοξες αναφορές της σημερινής κυβέρνησης. 

*Ο Ανδρέας Τζουραμάνης είναι αναπληρωτής Γραμματέας Οικονομικών του Κινήματος Αλλαγής, υποψήφιος βουλευτής Αχαΐας.      

Κτηνοτρόφοι, σε αστικούς ιστούς. Μια ιδιότυπη κληρονομιά του αδόκιμου τρόπου με τον οποίο περάσαμε στη σύγχρονη πολεδομική πραγματικότητα. Το θέμα θίγει ο δημοτικός σύμβουλος Γιώργος Σιγαλός, περιγράφοντας ένα πρόβλημα με κοινωνικές και ηθικές διαστάσεις: Παραγωγικές μονάδες που προηγήθηκαν της δόμησης και που σήμερα θεωρούνται απόβλητες από όσους δόμησαν μεταγενέστερα.

Το ζήτημα περιγράφει ο κ. Σιγαλός ως εξής:

«Ενα μεγάλο θέμα είναι η ύπαρξη κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων (ποιμνιοστάσια και αγροτικές αποθήκες), εντός οικισμών. Με τις συνεχείς επεκτάσεις των αστικών ιστών τα τελευταία χρόνια, η κτηνοτροφία «εκδιώχθηκε» όλο και πιο μακριά ή «εγκλωβίσθηκε» στα όρια των νέων επεκτάσεων.

Το ζήτημα δεν είναι μόνον ηθικό, αλλά και πραγματικής επιβίωσης των κτηνοτρόφων. Παραδοσιακές, αγροτικές οικογένειες, που είχαν επενδύσει (τόσο σε ζωικό κεφάλαιο - όσο και σε εξοπλισμό - μηχανήματα) βρίσκονται καθημερινά αντιμέτωποι με καταγγελίες «αγανακτούντων» γειτόνων που έφτιαξαν σπίτια ή εξοχικά πλησίον τους. Αστών που αγόρασαν αγροτεμάχια στις επεκτάσεις των οικισμών, γνωρίζοντας ότι εκεί υπάρχουν κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις.

Αγόρασαν φθηνά (γιατί γειτονεύει το χωράφι με ποιμνιοστάσιο), πίεσαν όταν έγιναν πολλοί και ενέταξαν τα αγροτεμάχια τους σε σχέδιο πόλης και φυσικά αλλάξαν τις χρήσεις γης.

Εγκλωβισμένοι τώρα οι κτηνοτρόφοι, τι λύσεις έχουν:

> ή εκποιούν τα κοπάδια τους (απαξιώνοντας επενδύσεις μια ζωής),

> ή μεταφέρονται σε άλλες περιοχές (εκτός οικισμών αν και εφόσον βρουν), επωμιζόμενοι το κόστος μεταφοράς - εγκατάστασης - κατασκευής νέων κτιρίων),

> ή διατηρούν τις εγκαταστάσεις εντός οικισμών, σε επίπεδα κτηνοτροφικής δυναμικότητας του έτους 2012 (όσοι ενημερώθηκαν και έκαναν σχετική αίτηση - φάκελο στην εκάστοτε Περιφέρεια, έως τις 30-06-2019 που υπήρχε σχετική εγκύκλιος του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων).

Τι μπορεί και πρέπει να κάνει η Πολιτεία:

> Να εκδώσει άδειες διατήρησης της κτηνοτροφικής τους μονάδας (εντός οικισμού) για όσους έχουν κάνει αίτηση έως 30-06-2019.

> Να προκηρύξει πρόγραμμα μετεγκατάστασης κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων, με χρηματοδότηση των δαπανών κατασκευής νέων κτιρίων.

Το ζήτημα της ύπαρξης των κτηνοτροφικών μονάδων δεν είναι ζήτημα που αφορά μόνον τους κτηνοτρόφους. Είναι εθνικό ζήτημα γιατί αφορά βασικά αγροτικά προϊόντα. Αν βεβαία θέλουμε να συνεχίσουμε, ως χώρα να παράγουμε και να έχουμε πρωτογενή τομέα. Εκτός αν κάποιοι πιστεύουν ότι μόνο με τουρισμό θα έρθει η ανάπτυξη...».

Κριτική σε ευχές!! Ναι, το είδαμε και αυτό στην Πάτρα. Αποκωδικοποίησε το πρωτοχρονιάτικο μήνυμα του Δημάρχου ο κ. Π. Ψωμάς επικεφαλής της δημοτικής παράταξης «ΣΠΙΡΑΛ» και δεν του άρεσε γιατί είχε λέξεις με αρνητική χροιά. Η αναφορά γίνεται για τις θέρμες ευχές του Δημάρχου Κ. Πελετίδη στους φτωχούς, σε όσους αντιμετωπίζουν πολλαπλά προβλήματα επιβίωσης, στους μαθητές του Λαϊκού Φροντιστηρίου, στα παιδιά που έχουν ανάγκη του δεκατιανού, στις λαϊκές οικογένειες που κινδυνεύουν από τους πλειστηριασμούς, στις οικογένειες που ζουν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα.

Όλα αυτά τα βρήκε αρνητικά και δυσάρεστα ο κ. Ψωμάς.

Μια πρώτη επισήμανση είναι ότι για να αποκωδικοποιήσεις ένα μήνυμα πρέπει να έχεις τους ανάλογους κωδικούς.

Και όταν προσπαθείς να αναλύσεις τη συμπαράσταση, την αλληλεγγύη σε όλους αυτούς που το έχουν ανάγκη αυτές τις μέρες, με τους «κωδικούς» της αφωνίας και στήριξης των πολιτικών που οδήγησαν ένα μεγάλο μέρος του λαού σε αυτή την κατάσταση, σίγουρα μπερδεύεσαι.

Εκτός, αν θεωρείς ότι όλα αυτά είναι απλά η «σκόνη» των πολιτικών που στήριξες όλα τα προηγούμενα χρόνια και χρονιάρες μέρες πρέπει να τα κρύψεις κάτω από το χαλί ενός τετριμμένου ευχολόγιου.

Δεν θα έμπαινα στον κόπο να σχολιάσω τα όσα έγραψε ο κ. Ψωμάς, αν δεν υπήρχε το πολιτικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει: «Του αρέσει (του δημάρχου) η δυστυχία των ανθρώπων για να μπορεί να τη διαχειρίζεται και να την εκμεταλλεύεται. Θέλει να είμαστε φτωχοί και καταφρονημένοι».

Δεν είναι ένα ακόμα ρηχό και παιδαριώδες ψυχαναλυτικού τύπου πολιτικό συμπέρασμα. Είναι ύβρις, ύβρις απέναντι στον Δήμαρχο, τη Δημοτική αρχή και κυρίως σε όλους όσοι τόσα χρόνια τώρα αντιπάλεψαν τις πολιτικές που φτωχοποίησαν τον λαό μας.

Γιατί τον λαό τον εκμεταλλεύονται αυτοί που εφαρμόζουν χρόνια τώρα αντιλαϊκές πολιτικές, αυτοί που εφάρμοσαν τα μνημόνια, αυτοί δηλαδή με τους οποίους συνεργάζεται ο κ. Ψωμάς που τους ψηφίζει στα διάφορα όργανα διοίκησης.

Ουσιαστικές ευχές είναι αυτές που συνοδεύονται με πράξεις, που θα δώσουν αισιοδοξία, χαρά και ελπίδα και όχι από ιλουστρασιόν ευχολόγια.

Από αυτά έχει κακή πείρα ο λαός μας.

Και ο Δήμαρχος παλεύει μαζί με τον λαό να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο. Η Δημοτική Αρχή κάνει ό,τι καλύτερο για να ανακουφίσει όσους έχουν πληγεί από τις πολικές τους με πράξεις, όχι με λόγια.

Ότι ο κ. Ψωμάς «πηρέ κόκκινα γυαλιά» και ότι έχει μια ιδιόρρυθμη πολιτική μυωπία που δεν βλέπει τις πολιτικές των κομματικών παρατάξεων που συνεργάζεται είναι γνωστό.

Τώρα, δεν ξέρω αν αυτό είναι που τον εμπόδισε να διαβάσει ότι το μήνυμα του δημάρχου αναφέρει:

«Με ελπίδα, αισιοδοξία, ενότητα και αγώνα μπορούμε να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις για ένα πιο ευτυχισμένο αύριο, με ειρήνη και ευημερία, για μας και τα παιδιά μας».

Με πράξεις, λοιπόν, και όχι με ευχολόγια…

του Στέλιου Παλαρμά

 

Εκπαιδευτικού, μέλους της Σχολικής Επιτροπής του Δήμου Πατρέων

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE