Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας ως πολιτική πράξη

Θεόδωρος Γεωργίου*

Σε όλες τις πολιτικές κοινωνίες, οι οποίες ως πολιτικές οντότητες έχουν ως θεμέλιό τους τη δημοκρατική αρχή, οι κοινοβουλευτικές εκλογές και η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας θεωρούνται κορυφαίες πολιτικές πράξεις. Θα χαρακτήριζε μάλιστα κάποιος τις δύο αυτές πολιτικές πράξεις τη μήτρα από την οποία γεννιούνται όλα τα άλλα πολιτικά στιγμιότυπα.

Στη διεθνή έρευνα, ωστόσο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως πολιτικός θεσμός (διαδικασία εκλογής του και αρμοδιότητες) αποτελεί θεματικό αντικείμενο ειδικών επιστημόνων, όπως π.χ. είναι οι συνταγματολόγοι και οι πολιτικοί επιστήμονες. Θέλω να πω ότι η Πολιτική Φιλοσοφία δευτερευόντως ασχολείται με το σχετικό ζήτημα. Παρ' όλα αυτά, θα μου επιτρέψουν οι αναγνώστες μας να αναπτύξω ορισμένες σκέψεις από τη σκοπιά της κριτικο-ερμηνευτικής Πολιτικής Φιλοσοφίας σχετικά με το ζήτημα αυτό.

Οι ιδέες αυτές προϋποθέτουν έστω στοιχειώδη γνώση των διατάξεων του συνταγματικού κειμένου και οπωσδήποτε μπορούν να αποκτήσουν επιστημολογική ισχύ εντός ενός δεσμευτικού κανονιστικού πλαισίου ορθολογικής οργάνωσης μιας σύγχρονης πολιτικής κοινωνίας.

Εάν λοιπόν «μεταφράσουμε» τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις στη γλώσσα της κριτικο-ερμηνευτικής Πολιτικής Φιλοσοφίας, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υποστασιοποιεί την ιδέα του «Απόλυτου» (κατά τον Χέγκελ) στη συγκρότηση και τη λειτουργία της πολιτικής κοινωνίας. Εάν ο «λαός» είναι η «πρώτη αρχή» συγκροτήσεως της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ο Ανώτατος Αρχων εκφράζει το «Απόλυτο όχι μόνον ως ουσία, αλλά και ως υποκείμενο» (και πάλι κατά τον Χέγκελ).

Πολλοί θα αντιτείνουν ότι οι σύγχρονες κοινωνίες, προ πάντων στην πολιτική συγκρότησή τους, πολύ απέχουν από το να χαρακτηρίζονται -και πολύ περισσότερο να αυτοκατανοούνται ως- απόλυτα όντα. Σ' αυτό το επιχείρημα η απάντηση είναι η ακόλουθη: Ο χαρακτηρισμός του Προέδρου της Δημοκρατίας ως απόλυτης θεσμικής αρχής δεν σημαίνει ότι στο επίπεδο της εμπειρίας και της πολιτικής πρακτικής έχει επιτευχθεί η ολότητα σε μία κοινωνία. Ο Ανώτατος Αρχων, στη δομή και τη λειτουργία του πολιτεύματος, καθίσταται ο κανονιστικός θεματοφύλακας όλων γενικώς των πολιτικών στιγμιότυπων.

Μετά απ' αυτές τις γενικές σκέψεις ας επιχειρήσουμε τώρα την εφαρμογή τους στη δική μας περίπτωση, αφού σε σύντομο χρονικό διάστημα θα τεθεί το ζήτημα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Οι πληροφορίες από την πολιτικο-δημοσιογραφική πρακτική μάς λένε ότι η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι προσωπική απόφαση του πρωθυπουργού και της αριθμητικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Εάν ισχύουν αυτά, τότε θα μου επιτρέψετε να υποστηρίξω ότι στην πολιτική κοινωνία μας όλα τα πολιτικά πράγματα δυναμιτίζονται!

Ο Προκόπης Παυλόπουλος εδώ και μια πενταετία (2015-2020) ασκεί τις συνταγματικές αρμοδιότητές του κατά άψογο πολιτικό τρόπο. Και στη γλώσσα της Πολιτικής Φιλοσοφίας ενσαρκώνει την κανονιστική αρχή του «Απόλυτου» και η πολιτική μέριμνά του για τα ίδια τα υπαρξιακά προβλήματα της κοινωνίας μας είναι πρωτοφανές πολιτικό έργο του. Στο σημείο αυτό επιβάλλεται μια διευκρίνιση σχετικά με τον όρο «Απόλυτο». Δεν μιλάμε για τον απόλυτο άρχοντα, αλλά για το «Απόλυτο» ως συνεκτική πνευματική ιδέα σε μια εμπειρική οντότητα.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος κατά τη θητεία του, στα δύο μείζονα υπαρξιακά ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας, κατά την πρόσφατη πενταετία, απέδειξε και ότι μπορεί να λειτουργήσει ως η ιδέα του «Απόλυτου» και να εκδιπλώσει τις αδιαμφισβήτητες πνευματικές του ικανότητες σχετικά μ' αυτό που ονομάζουμε «μέριμνα».

Και το ερώτημα είναι το εξής: Ποια επιτέλους είναι αυτά τα δύο πολιτικο-υπαρξιακά ζητήματα της κοινωνίας μας; Κανείς δεν μπορεί να τα ξεχάσει. Κανείς δεν μπορεί να τα αγνοήσει. Το πρώτο είναι το τεχνοκρατικό καθεστώς των μνημονίων και το δεύτερο είναι η Συμφωνία των Πρεσπών. Και ποια ήταν η στάση του Προκόπη Παυλόπουλου ως Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας; Την απάντηση δίνει ο ίδιος ο «λαός» ως «πρώτη αρχή» συγκρότησης και λειτουργίας της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας. Ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπήρξε ο πρωτεργάτης της παραμονής της Ελλάδας στην Ευρώπη. Και όσον αφορά τη Συμφωνία των Πρεσπών, μολονότι δεν έχει ακόμη συναντηθεί με τον ομόλογό του, της Βόρειας Μακεδονίας, κράτησε πολιτικές αποστάσεις από τις «ταυτοτικές» διαδικασίες, δηλαδή από τις εθνικές ιδεολογίες των περασμένων αιώνων, οι οποίες ενισχύθηκαν χωρίς αποτέλεσμα στην περιοχή μας.

Κοντολογίς θέτω το ερώτημα: Πώς μία πολιτική κοινωνία όπως είναι η ελληνική, η δική μας κοινωνία, θέτει την επανεκλογή του νυν Προέδρου υπό αμφισβήτηση, όταν ο βίος και η πολιτεία του και ακόμη περισσότερο η «πρώτη αρχή» του κοινοβουλευτισμού, δηλαδή ο «λαός», την επιβάλλουν; Τελειώνοντας λέω απλώς μία φράση, η οποία δεν μπορεί να τελειώσει! Εάν η συμβολή του κ. Παυλόπουλου, όπως αναγνωρίζεται απ' όλες τις κομματικές πλευρές, στην παραμονή της Ελλάδας στην Ευρώπη είναι ανεκτίμητη, γιατί η πολιτική ηγεμονική εξουσία του παρόντος διστάζει μπροστά στην ανανέωση της συνταγματικής θητείας του; Η επανεκλογή του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας είμαι βέβαιος ότι θα οδηγήσει τη χώρα σε περαιτέρω ορθολογικές κατακτήσεις.

* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

www.efsyn.gr

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE