Η χαμένη ευκαιρία του ΣΥΡΙΖΑ

Γιάννης Σιώτος*

Οι αναλύσεις για την εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρονται στην οργή, την απογοήτευση, την απόγνωση, την... Κοντολογίς, σε συναισθήματα που προκλήθηκαν από τις επιλογές στη διαχείριση της καθημερινότητας.

Σίγουρα, οι άδειες τσέπες στις 20 του μήνα, ο πανικός του πλειστηριασμού, η απόγνωση από την αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών, η επιχείρηση που αργοπεθαίνει, οι κακοπληρωμένες δουλειές, το λουκέτο σε συνδυασμό με την αλαζονεία της εξουσίας προκαλούν θυμό και αγανάκτηση. Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει αυτά τα συναισθήματα και την επίδρασή τους, είτε στην αρνητική ψήφο είτε στην αποχή. Αλλά η ανάγνωση του αποτελέσματος με βάση το θυμικό είναι ο πιο εύκολος τρόπος για να κουκουλώσεις τα λάθη και να τα επαναλάβεις.

Αν θελήσει κανείς να αναλύσει τη διακυβέρνηση της χώρας από τη δεκαετία του '50, θα διαπιστώσει ότι όλες οι κυβερνήσεις επικεντρώθηκαν στη διαχείριση της καθημερινότητας, αρνούμενες να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν ένα ολοκληρωμένο μοντέλο ανάπτυξης.

Σε αυτήν την ανεπάρκεια επικεντρωνόταν η κριτική της Αριστεράς. Ομως, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στην εξουσία, πορεύτηκε στα ίδια μονοπάτια. Επέλεξε να επικεντρωθεί στη διαχείριση των προβλημάτων που ανέδειξαν τα Μνημόνια. Αγνόησε το παρελθόν του. Ξέχασε τις αγωνιώδεις αναζητήσεις κορυφαίων διανοητών που μελετούσαν –και πρότειναν– σύγχρονα μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης.

Με λίγα λόγια, απεμπόλησε αυτό στο οποίο η Αριστερά είχε πάντα το πλεονέκτημα: Ενα σύγχρονο πρόγραμμα, στο οποίο η οικονομική ανάπτυξη θα συνδυάζονταν με την τεχνολογική εξέλιξη και την κοινωνική ευαισθησία.

Για να μην τον αδικήσουμε, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι πρόκειται για ένα πρόβλημα, που ταλανίζει την Αριστερά της μετασοβιετικής εποχής. Από την πτώση του Τείχους μέχρι σήμερα, η ευρωπαϊκή Αριστερά ουσιαστικά δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Τυφλή απέναντι στις κατακλυσμιαίες αλλαγές που σηματοδοτούσε η παγκοσμιοποίηση και η ψηφιακή επανάσταση, επέλεξε την ευκολία της σοσιαλδημοκρατίας των αρχών του 20ού αιώνα και αυτοπαγιδεύτηκε. Από τον κανόνα αυτόν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορούσε να είναι η εξαίρεση, αν και είχε την ευκαιρία να γίνει.

Ετσι ο προεκλογικός διάλογος για το μέλλον εξαντλήθηκε στο δίλημμα «νεοφιλελευθερισμός ή κοινωνική προστασία». Δηλαδή σε ένα πεδίο που η σημερινή παγκόσμια Δεξιά είχε αποκτήσει το πλεονέκτημα του ρεαλισμού, σε αντίθεση με την Αριστερά που δεν είχε και πολλά επιχειρήματα να αντιπαραθέσει. Δεν είχε δική της πρόταση και ούτε αξιοποίησε την εμπειρία άλλων.

Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να προσαρμόσει στις δικές της προδιαγραφές το μοντέλο της Εσθονίας. Μιας μικρής χώρας με πληθυσμό μόλις 1,3 εκατομμυρίου, που πέρασε από τις συμπληγάδες της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της οικονομικής κρίσης (συρρίκνωση των εισοδημάτων, ακραία φτώχεια, διάλυση της κοινωνικής ασφάλισης κ.ά.), αλλά κατάφερε να εξελιχθεί σε ψηφιακό γίγαντα.

Εφαρμόζοντας ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, οικοδόμησε μια οικονομία που σήμερα φιλοξενεί τους ιδρυτές του Skype και άλλων start-ups και είναι μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες στην Ε.Ε. Οι ηγέτες της αντιλήφθηκαν εγκαίρως ότι η παγκοσμιοποίηση δεν έδωσε τη θέση της στην απο-παγκοσμιοποίηση˙ αλλά ότι έχει εισέλθει σε διαφορετική φάση, αυτή της ψηφιακής τεχνολογίας, και φρόντισαν να προσαρμοστούν.

Συνειδητοποίησαν, επίσης, ότι στην ψηφιακή οικονομία –σε αντίθεση με τη βιομηχανική– για να πρωταγωνιστήσεις δεν χρειάζεται να είσαι μεγάλος και ότι οι ψηφιακές τεχνολογίες δίνουν την ευκαιρία σε περισσότερους να συμμετέχουν στις διασυνοριακές συναλλαγές, αρκεί να διαθέτουν εξειδίκευση, ευελιξία και προσαρμοστικότητα. Διαπίστωσαν ότι, με αυτά τα εφόδια, μπορούν να διεκδικήσουν ένα κομμάτι από την τεράστια πίτα τρισεκατομμυρίων της ψηφιακής οικονομίας.

Θα πει κανείς ότι οι Εσθονοί, για να το πετύχουν, ισοπέδωσαν τα πάντα. Σωστά, αλλά εκεί ακριβώς είναι η πρόκληση: Πώς δηλαδή θα πετύχεις την προσαρμογή, χωρίς να διαλύσεις την κοινωνία.

Η πρόκληση για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και για την ευρωπαϊκή Αριστερά ήταν να αρθρώσουν μία πρόταση που θα στοχεύει στην προσαρμογή, χωρίς όμως τον πόνο και τις ακρότητες που βίωσαν οι Εσθονοί. Δεν το έκαναν. Αρκέστηκαν στο να κοπιάρουν τη σοσιαλδημοκρατική οικονομική εκδοχή, που είχε προδιαγραφές της δεκαετίας του '90 και που αποδεδειγμένα ήταν ξεπερασμένη, ανεπαρκής και πολιτικά καταστροφική.

Δυστυχώς, η έλλειψη πρότασης είναι το πρόβλημα της παγκόσμιας Αριστεράς, η οποία παραμένει βουβή και άπραγη απέναντι σ' έναν κόσμο που αλλάζει. Που προτιμά τον ακτιβισμό από ένα πρόγραμμα ρεαλιστικής διαχείρισης. Που συνειδητά έχει επιλέξει τον ρόλο του αντιγραφέα από εκείνον του δημιουργού.

Και σήμερα η συνεισφορά του ΣΥΡΙΖΑ στη διαιώνιση αυτού του αδιεξόδου είναι μεγάλη, διότι ως κυβερνώσα Αριστερά θα μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα, δουλεύοντας για την... επόμενη μέρα. Να καταρτίσει ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα, που θα συνδέει την «προσαρμογή» με την «κοινωνική ευαισθησία». Να εφαρμόσει ένα μοντέλο δημοσιονομικής διαχείρισης με περισσότερη διαφάνεια. Να εντοπίσει τομείς στους οποίους η χώρα είχε συγκριτικά πλεονεκτήματα και να τους ενισχύσει. Ετσι, θα άνοιγε νέους ορίζοντες τόσο για τον ίδιο όσο και για την ευρωπαϊκή Αριστερά. Το απέφυγε και δεν το επιχείρησε. Επέλεξε την ασφάλεια της πεπατημένης και έτσι υπονόμευσε το παρόν και ναρκοθέτησε το μέλλον.

*δημοσιογράφος, συγγραφέας
www.efsyn.gr

 

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE