Προεκλογικοί διάλογοι για την τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση

Συντάκτης:
Γιάννης Σιώτος*

Ο δημόσιος λόγος εδώ και λίγο καιρό κινείται στο πλαίσιο των απαιτήσεων των εκλογών. Ο κοινοβουλευτικός διάλογος, οι ομιλίες και οι δημόσιες εμφανίσεις αλλά και οι τηλεοπτικοί διάλογοι και μονόλογοι υπακούν στις ανάγκες της επικείμενης εκλογικής αναμέτρησης, με τους πολιτικούς να προσπαθούν να πείσουν το ακροατήριό τους ότι η πρόταση που διατυπώνουν αλλά και αυτοί οι ίδιοι είναι οι... κατάλληλοι.

Εκεί όμως που κάθε λογικός άνθρωπος αρχίζει να αναρωτιέται για το αν οι πρωταγωνιστές έχουν συνειδητοποιήσει σε ποια χώρα ζουν, σε ποια εποχή βρίσκονται και σε ποιους ανθρώπους απευθύνονται είναι όταν αρχίζει να αξιολογεί το περιεχόμενο του λόγου τους.

Τότε είναι που αναρωτιέται τι ακριβώς συμβαίνει με δαύτους. Δεν έχουν καμία επαφή με την πραγματικότητα; Ή αποφεύγουν να μιλήσουν για αυτήν; Αγνοούν τα πραγματικά προβλήματα ή υπεκφεύγουν επειδή δεν μπορούν να δώσουν λύσεις;

Αλλά ο κόσμος αλλάζει με φρενήρεις ρυθμούς, συμπαρασύροντας τον τόπο και τους ανθρώπους του. Οι απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα πρέπει να δοθούν άμεσα. Οι τεκτονικές αλλαγές που συντελούνται στην πολιτική και την οικονομική οργάνωση του πλανήτη, σε συνδυασμό με τις ιδιαιτερότητες της χώρας, δεν παρέχουν την πολυτέλεια του χρόνου.

Για να συνειδητοποιήσει κανείς το μέγεθος της πρόκλησης αλλά και τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς των αλλαγών, αρκεί ένα παράδειγμα: Τα αεροσκάφη και τα αυτοκίνητα χρειάστηκαν πάνω από έξι δεκαετίες για να προσεγγίσουν τους 50 εκατομμύρια χρήστες. Οι υπολογιστές και τα κινητά τηλέφωνα το κατάφεραν σε 14 και 12 χρόνια αντίστοιχα.

Η Ελλάδα ήδη ζει στην εποχή της τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης. Μία εποχή βίαιου μετασχηματισμού, όπως συνέβη και στις τρεις προηγούμενες. Η πρώτη Βιομηχανική Επανάσταση έφερε ατμομηχανές, ατμόπλοια και την εκβιομηχάνιση της ύφανσης και της εξόρυξης.

Η δεύτερη, ηλέκτρισε –κυριολεκτικά– μεγάλο μέρος του κόσμου, εισήγαγε τη σύγχρονη γραμμή συναρμολόγησης και έφερε το αυτοκίνητο και το αεροπλάνο. Η τρίτη, από τη δεκαετία του 1970, επικεντρώθηκε γύρω από τον υπολογιστή και την αρχική ψηφιοποίηση.

Η τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση καθορίζεται από τις κορυφαίες τεχνολογίες της: τεχνητή νοημοσύνη, αυτόνομα οχήματα και το Διαδίκτυο των Πραγμάτων.

Είναι η εποχή που όλα αλλάζουν γρηγορότερα και σφοδρότερα. Η μεταποίηση βασίζεται όλο και περισσότερο στην αυτοματοποίηση. Ο ανταγωνισμός επικεντρώνεται λιγότερο στην οικονομική αποδοτικότητα και περισσότερο στην ικανότητα καινοτομίας. Ο χάρτης της εργασίας ξαναγράφεται. Στο παρελθόν οι βιομηχανικοί γίγαντες ήταν μεταξύ των μεγαλύτερων εργοδοτών παγκοσμίως.

Σήμερα, όσοι είναι αρκετά τυχεροί για να προσληφθούν είναι είτε εξειδικευμένοι και υψηλά αμειβόμενοι είτε χαμηλής ειδίκευσης και χαμηλόμισθοι. Η ψηφιοποίηση έχει ανοίξει τους κρουνούς στην πληροφόρηση και την παραπληροφόρηση. Οι αλγόριθμοι καθορίζουν πολλά από αυτά που βλέπουμε και διαβάζουμε. Οι εκστρατείες παραπληροφόρησης πληθαίνουν και διαστρεβλώνουν.

Η εμπιστοσύνη των πολιτών στους κυβερνήτες, στα δικαστικά συστήματα και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης βρίσκεται είτε κοντά είτε στα χαμηλότερα επίπεδα όλων των εποχών.

Σε αυτό λοιπόν το εχθρικό και αχαρτογράφητο περιβάλλον, ο τόπος καλείται να προσαρμοστεί για να επιβιώσει. Ο βαθμός δυσκολίας πολλαπλάσιος σε σχέση με άλλους Ευρωπαίους, καθώς η χώρα είναι υπερχρεωμένη, η περιουσία της είναι υποθηκευμένη και οι βασικοί οικονομικοί μηχανισμοί της είτε έχουν περάσει στον έλεγχο «επενδυτών» είτε ετοιμάζονται να περάσουν.

Οι τράπεζες έχουν αφελληνιστεί. Οι υποδομές στις συγκοινωνίες και τις μεταφορές χάνουν τον εθνικό τους χαρακτήρα. Στην ενέργεια και το νερό η απόσταση μέχρι να γίνουν κτήμα των «επενδυτών» έχει συντμηθεί. Η διατροφική αυτάρκεια έχει απαλειφθεί από την πολιτική ατζέντα.

Η ελληνική οικονομία έχει μετατραπεί σε ένα «μαγαζί» που βασίζεται κάθε χρόνο και περισσότερο στις πολυεθνικές του τουρισμού και στην Airbnb. Οι μεγάλες επιχειρήσεις που διεκδικούν όλο και μικρότερο κόστος εργασίας είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμες να σαλπάρουν για άλλα λιμάνια. Οι μικρομεσαίες ασφυκτιούν στις συμπληγάδες της υπερφορολόγησης και της πιστωτικής ασφυξίας.

Το δημόσιο χρέος τεράστιο και η διαχείρισή του εξαρτάται από το αν κάθε χρόνο –και για αρκετές δεκαετίες– θα επιτυγχάνονται οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης που απαιτούνται για να προκύπτουν τα δυσθεώρητα πρωτογενή πλεονάσματα. Στα χρόνια που έρχονται η χώρα θα προσπαθεί να ισορροπεί μεταξύ μιας νέας κρίσης χρέους και μιας μακροχρόνιας ύφεσης.

Και οι άνθρωποι; Βουτηγμένοι, οι περισσότεροι, στο έλος του χρέους τους είναι ήδη όμηροι του Δημοσίου, των αφελληνισμένων τραπεζών, των μεγαλύτερων εργοδοτών και των... επιτοκίων.

Οσοι καταφέρουν να αποδράσουν, απροετοίμαστοι και ανυποψίαστοι κινδυνεύουν να γίνουν θύματα των αλλαγών που συμβαίνουν στην παγκόσμια οικονομία. Υπάρχουν και οι δραπέτες σε άλλες πολιτείες που στερούν τη χώρα από το οξυγόνο της γνώσης και της εξειδίκευσης.

Δυστυχώς, όλα αυτά δεν υπάρχουν στον δημόσιο προεκλογικό διάλογο. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες αναλίσκονται στη μικροπολιτική, ενώ όσοι πλησιάσουν τις παρυφές της πολιτικής επιλέγουν τις κοινοτοπίες που προσφέρουν οι λύσεις-κονσέρβες. Και κάπως έτσι, όταν ένα πρωί θα έλθει ο «λογαριασμός», θα αναζητούμε –για ακόμα μία φορά– τους ενόχους στα κιτάπια του παρελθόντος.

*δημοσιογράφος-συγγραφέας
http://www.efsyn.gr

 

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE