Από τη Βαϊμάρη στην Αθήνα

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΖΑΒΑΡΑ *

Σε προηγούμενο άρθρο στην φιλόξενη «Πελοπόννησο» (φύλλο της 24/02/2020, «Η Χρυσή Αυγή ως εγκληματική οργάνωση»), είχα αναφερθεί

στην αναγκαιότητα χαρακτηρισμού του νεοναζιστικού κόμματος ως εγκληματικής

οργάνωσης και από την ελληνική δικαιοσύνη, πέραν βεβαίως και της

συντελεσθείσας απαξίωσης του φασισμού και του ναζισμού από το

«Κακουργιοδικείο της Ιστορίας».

Με άλλα λόγια, τα εγκλήματα των εγχώριων

νεοναζί θα έπρεπε να τύχουν συνολικής δικαστικής διερεύνησης πολύ νωρίτερα και πάντως με δραστικότερο τρόπο, όχι γιατί το έλεγαν οι αριστεροί, αλλά λόγω της επικινδυνότητας αυτής της οργάνωσης για τη Δημοκρατία εν γένει.

Αντιθέτως, η κατάφαση του φασιστικού κινδύνου από άλλους αγνοήθηκε, ενώ πολλοί φρόντισαν να χρησιμοποιήσουν τους νεοναζί ως ανάχωμα στον όποιο ριζοσπαστισμό είχε αρχίσει να αναπτύσσεται την περίοδο 2010-2012.

Αργότερα, αρχίζει και κυκλοφορεί μια αγοραία θεωρία περί «δύο άκρων» ώστε να εξισωθεί η αριστερά με τους φασίστες γιατί το να αντιστρατεύεσαι τον φασισμό δεν είναι πάντα προς το συμφέρον των ελίτ. Έτσι λοιπόν κάλλιστα χαρακτηρίζεται «ράκος» ο Ρουπακιάς και «λυτή» η μητέρα του δολοφονημένου Παύλου Φύσσα από νυν κυβερνητικό βουλευτή και κάποτε δημοσιογράφο.

Γιατί όμως η χρυσή αυγή ήταν εγκληματική οργάνωση; Μα γιατί απλούστατα

διέπραττε εγκλήματα, υπό τον μανδύα του νόμιμου πολιτικού κόμματος, ο οποίος της παρείχε επαρκή κάλυψη. Είχε αυστηρή ιεραρχική δομή, τα μέλη της εκπαιδεύονταν στα όπλα, η συχνότητα διάπραξης των αδικημάτων ήταν εντονότατη και εν ολίγοις το πολιτικό πρόταγμά της ήταν η βία που καταντούσε αυτοσκοπός. Με κανέναν νόμιμο ή παράνομο πολιτικό σχηματισμό, εν καιρώ δημοκρατικού πολιτεύματος, δεν μπορεί να παραλληλισθεί αυτή η δράση όσο και να επιχειρείται.

Εξάλλου ο φασισμός και ο ναζισμός αναδύθηκαν στο προσκήνιο της ιστορίας

πρωτίστως ως αντιδραστικά κινήματα στην περίοδο του Μεσοπολέμου, οπότε και οι ευρωπαϊκές αστικές δημοκρατίες συνταράχθηκαν από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Όλες αυτές οι βίαιες ζυμώσεις που εντέλει κατέληξαν στον «ευρωπαϊκό εμφύλιο πόλεμο» και την «εποχή των άκρων», σύμφωνα με τα έργα δύο μάλλον διαφωνούντων, μεταξύ τους, ιστορικών (Έρνστ Νόλτε και Έρικ Χόμπσμπαουμ), κατέδειξαν ότι η φασιστική απειλή ηττάται μεν αλλά επανέρχεται κάθε φορά που η αστική δημοκρατία κινδυνεύει.

Ας πάμε όμως παραπέρα τον συλλογισμό μας. Είχε ίχνη λαϊκής νομιμοποίησης αυτή η εγκληματική δραστηριότητα; Δύσκολο ερώτημα, αλλά για να λέμε την αλήθεια, μία ανοχή που υποβολιμαία έτρεφε και συντηρούσε μέρος και των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, τουλάχιστον κατά την περίοδο 2011-2013 υπήρξε, κυρίως από καθημαγμένα οικονομικά, μικροαστικά και μεσαία στρώματα που είχαν φτωχοποιηθεί. Η ανοχή αυτή όμως ήταν που δυνάμωσε το θηρίο. Περισσότερη βία, περισσότερα εγκλήματα, ημέρα με την ημέρα. Εγκλήματα κατά κυρίως ευάλωτων ανθρώπων. Μετανάστες, πρόσφυγες, φτωχοί εργάτες, που στα πρόσωπά του έβλεπαν οι νεοναζί τους εχθρούς τους. Να γιατί ο φασισμός και ο ναζισμός δεν συνιστούν ιδεολογίες αλλά πολιτικές διαστροφές με αυξομειούμενη επιρροή, ανάλογη των εκάστοτε συνθηκών και ουδέποτε θα μπορέσουν να δικαιωθούν ιστορικά. Πόσο α-νους και απαίδευτος πρέπει να είναι κάποιος για να μην καταλαβαίνει ότι για την φτώχεια του δεν φταίει ο φτωχότερος;

Απόδειξη του ηθικού αναστήματος των νεοναζί είναι ότι μόλις το Κράτος αποφάσισε να εξαρθρώσει την συμμορία τους, η ηγετική ομάδα της άρχισε να αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας τις χιτλερικές της καταβολές, να επικαλείται απίθανους ισχυρισμούς για να αποφύγει τις καταδίκες, ενώ βέβαια τα μεσαία στελέχη δήλωναν απλοί πατριώτες.

Μόνο που ο πατριωτισμός δεν συνάδει ούτε με την εξύμνηση των δοσιλόγων και

ταγματασφαλιτών της Ναζιστικής κατοχής, ούτε με τον θαυμασμό της δικτατορίας

1967-74 και πολύ περισσότερο δεν συνάδει με την απειλή κατά της Δημοκρατίας.

Και βέβαια έχει μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον η ανάγνωση των πρακτικών της δίκης

προκειμένου να καταδειχθεί ότι αυτά τα ανθρώπινα κακέκτυπα, που φορούσαν τη

στολή των μονάδων κρούσης και περπατούσαν με στρατιωτικό βηματισμό γιατί έτσι αποκτούσαν μια δυναμική ταυτότητα, αλλά βέβαια εγκατέλειψαν άρον-άρον το βυθιζόμενο ναζιστικό καράβι την ώρα του κινδύνου, ήταν άτομα που είχαν απλώς υιοθετήσει μια άλλη όψη εθελοδουλείας.

Οντας σε αναμονή για την ανακοίνωση των ποινών που θα επιβληθούν, προκύπτει ένα ερώτημα: Θα επαναληφθεί μια «Βαϊμάρη», δηλαδή θα επανέλθουν δριμύτεροι και πιο απειλητικοί για τη Δημοκρατία οι βιαστές της ή το κοινωνικό σώμα τούς έχει αποβάλει οριστικά, διδασκόμενο από την Ιστορία;

Θα χαρακτηριστεί η Αθήνα πόλη αντιφασιστική με την ημερομηνία-ορόσημο της 7ης Οκτωβρίου να προδιαγράφει μία δημοκρατική εμβάθυνση και ένα κοινωνικό άλμα ή τα δικαιοκρατικά μηνύματα της πρωτόδικης απόφασης θα αγνοηθούν αργότερα;

* Ο Χρήστος Π. Τζαβάρας είναι δικηγόρος.

 

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE