Επιλεκτική χρήση της ιστορίας

Μέρος B΄

Από τη μελέτη της πρόσφατης ελληνοτουρκικής ιστορίας προκύπτουν διδακτικά συμπεράσματα που, όσο και αν φαίνεται παράξενο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη για τις ουσιαστικές κινήσεις και για τη χάραξη των τελευταίων γραμμών της πολιτικής από την ανατολική πλευρά του Αιγαίου. Μόνο που εισακούονται αρκετά καθυστερημένα και ενώ έχει προηγηθεί υπερέκθεση, που δυσκολεύει τις αναδιπλώσεις. Η δυσκολία επιτείνεται ακριβώς εξαιτίας της πολιτικής ακροβασίας και της ακραίας ρητορικής, που απευθύνονται αποκλειστικά στο εσωτερικό της Τουρκίας και σε ανιστόρητους ακροατές. Για τους υπόλοιπους αποτελούν ένα σοβαρό στρατηγικό σφάλμα, καθώς αποκωδικοποιούν με σαφήνεια τα πεπερασμένα όρια της τουρκικής πολιτικής στη βάση της ιστορικής θεώρησης.

Το πλέον κυρίαρχο ιστορικό συμπέρασμα είναι, πως και όταν ακόμα η Ελλάδα έχασε κάποιον πόλεμο με την Τουρκία, κατόρθωσε στον διπλωματικό τομέα να κερδίσει. Kαλό παράδειγμα αποτελεί ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 στη Θεσσαλία, η οποία καταλήφθηκε από τον τουρκικό στρατό. Η Ελλάδα με τη συνθήκη που υπέγραψε ανέκτησε τα χαμένα εδάφη και παραχώρησε μερικές αμελητέες χερσαίες οχυρές θέσεις κοντά στα αρχικά σύνορα, που δεν βοήθησαν καθόλου τους τούρκους στον Βαλκανικό πόλεμο μετά από 15 χρόνια. Κυρίως, όμως, προσέγραψε με τον πόλεμο την πορεία της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα.

Αλλά και η Συνθήκη της Λωζάνης μετά από τη Μικρασιατική καταστροφή μπορεί να χαρακτηριστεί επωφελής, αφού κατοχυρώθηκαν οριστικά και αμετάκλητα όλα τα νησιά του Αιγαίου, πλην της Ιμβρου, της Τενέδου και των Δωδεκανήσων. Η τουρκική διπλωματία απέτυχε να αποσπάσει το Καστελόριζο, το οποίο θεωρήθηκε για μία ακόμα φορά ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των Δωδεκανήσων. Η Τουρκία γνωρίζει από την ιστορία ότι δεν μπορεί να επανέλθει στο θέμα αυτό διπλωματικά, καθώς τα όποια επιχειρήματά της έχουν ήδη απαντηθεί και απορριφθεί. Στο ερώτημα εάν μπορεί να κινηθεί στρατιωτικά, η απάντηση είναι εξίσου απλή και κατηγορηματική. Δεν έχει τη δυνατότητα να το κάνει, όπως ακριβώς δεν το έπραξε στο παρελθόν. Εξάλλου, ακολουθώντας τα διδάγματα της ιστορίας της, η Τουρκία δεν επιθυμεί και θα αποφύγει μία πολεμική σύγκρουση με την Ελλάδα.

Καθοριστικό γι' αυτή την παραδοχή είναι ένα δεύτερο ιστορικό συμπέρασμα. Η Ελλάδα έχασε τον πόλεμο όταν η τακτική της ήταν καθαρά αμυντική, ενώ όταν ο σχεδιασμός της ήταν επιθετικός, κέρδισε κατά κράτος στις πολεμικές επιχειρήσεις και αύξησε τα εδάφη της. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, βγήκε κερδισμένη εφόσον συνέχιζε ταυτόχρονα με τις εχθροπραξίες και τις διπλωματικές της κινήσεις. Και σήμερα ακόμα, η Τουρκία θεωρεί ότι θα χάσει στο διπλωματικό τραπέζι και πολύ δύσκολα θα βρεθεί εκεί.

Κέρδισε επίσης η Ελλάδα τον πόλεμο όταν αξιοποίησε τη ναυτοσύνη του πολεμικού της ναυτικού. Η μεγάλη γεωγραφική ακτίνα δράσης, η οποία προβάλλεται ως αρνητικός αμυντικός παράγοντας, υπήρξε με τις κατάλληλες επιθετικές στρατηγικές κινήσεις η αιχμή του δόρατος και βασικό στοιχείο των ελληνικών επιχειρήσεων. Σε αυτούς τους πολέμους επίσης, επέδειξε πρωτοποριακές μεθόδους και ευφυέστατη στρατηγική. Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η πρώτη στα χρονικά πολεμική επιχείρηση με υποβρύχιο έγινε από Ελληνες το 1912, οι οποίοι κατέχουν επίσης και την παγκόσμια πρώτη στη χρήση «πολεμικού» αεροπλάνου, από το οποίο το ίδιο έτος ρίφθηκαν τέσσερις χειροβομβίδες σε τουρκικό σκάφος και μάλιστα με επιτυχία.

Αν λοιπόν φαίνεται πως η απέναντι πλευρά μεταχειρίζεται την ιστορία κατά το δοκούν, όπως τουλάχιστον αυτή ξεστομίζεται από τα επίσημα χείλη για να δικαιολογήσει τον παραλογισμό των αξιώσεων και των επιδιώξεων, είναι παραπάνω από οφθαλμοφανές, ότι αυτοί που έχουν τον τελικό λόγο (όχι ο Ερντογάν) γνωρίζουν πολύ καλά τα παθήματα, τις κακοτοπιές και τα αδιέξοδα. Αλλοι, πολύ απλοϊκά και επιφανειακά (ο Ερντογάν), πίστευαν ότι θα αποκομίσουν εύκολα έστω και τα ελάχιστα οφέλη, στηριζόμενοι λανθασμένα σε μία ιδεατή ανοικτή πόρτα διαφυγής, την οποία ευελπιστούσαν ότι θα μπορούσαν γρήγορα και έγκαιρα να χρησιμοποιήσουν.

Οι τριάντα και πλέον ημέρες που διαρκεί η παρούσα κρίση καταδεικνύουν την προχειρότητα του σχεδιασμού και του αδιεξόδου, αφού κανείς στην Τουρκία δεν μπορεί να αναλάβει την ιστορική ευθύνη της πρόκλησης ή της εντολής μιας πολεμικής σύρραξης, ενώ παράλληλα δεν μπορεί να περιμένει και το λάθος από τη δική μας πλευρά. Η κατάσταση γίνεται ακόμα ασφυκτικότερη και δυσκολότερη για την ηγεσία της Τουρκίας, αφού δεν υπήρχε εξαρχής εναλλακτικό σχέδιο, που να μην στηρίζεται σε μία ήπια στρατιωτική εμπλοκή και στην αναμενόμενη τότε παρέμβαση διεθνών παραγόντων και ενός ανοικτού διαλόγου.

Η πόρτα της διεξόδου, όπως εκ των υστέρων έγινε αποδεκτό, δεν μπορεί πλέον να είναι ένα σύντομο πολεμικό επεισόδιο τύπου Ιμίων ή και ένα μικρότερης ακόμα ποιότητας γεγονός, όπως κατέδειξε η πρόσφατη γερμανική ανταπόκριση. Χαρακτηριστικό προς επίρρωση είναι και το γεγονός ότι η επίκληση των Ιμίων απουσιάζει εντελώς και ανεξήγητα από τις ενορχηστρωμένες κραυγές του φανατισμού. Ωστόσο, δεν μπορεί να είναι αποδεκτό ότι υπήρξε άρνηση των στρατηγών να προκαλέσουν ένα θερμό επεισόδιο με την Ελλάδα, αφού οι ίδιοι δεν θα είχαν την ευθύνη, προειδοποίησαν όμως ότι αυτό θα σήμαινε για την ελληνική πλευρά την έναρξη επιθετικών ενεργειών και εκτεταμένη πολεμική σύγκρουση. Και αυτό η Τουρκία δεν το επιθυμεί ούτε σε πολιτικό επίπεδο.

Σε αυτά το πλαίσιο εντάσσεται και η εντολή στο πολεμικό ναυτικό (αλλά προφανώς και στα υπόλοιπα σώματα) να μην χρησιμοποιήσουν πρώτοι τα όπλα, όπως καθόλου τυχαία διέρρευσε αυτήν την εβδομάδα και παρά τις ξεκάθαρες περί του αντιθέτου επίσημες τοποθετήσεις το προηγούμενο διάστημα. Η αλλαγή στάσης και τα αδιέξοδα είναι προφανή. Οι στρατηγοί αλλά και οι πολιτικοί δεν επιθυμούν σε καμία περίπτωση να εμπλακούν σε πολεμικές περιπέτειες με αμφίβολη έκβαση και θα αποφύγουν να αναλάβουν αυτή την ευθύνη. Η Ελλάδα δεν είναι ούτε Συρία, ούτε Λιβύη, ούτε Ιράκ και το πρόσφατο ιστορικό της Τουρκίας είναι γεμάτο από εξιλαστήρια θύματα που φυλακίστηκαν, εκτοπίστηκαν ή εκτελέστηκαν, πολιτικών και στρατιωτικών συμπεριλαμβανομένων.

 

Η συνέχεια την επόμενη εβδομάδα

Του ΓΙΑΝΝΗ ΜΟΣΧΟΥ

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE