Τουλάχιστον 3,9 εκατομμύρια πρόωροι θάνατοι αποφεύγονται κάθε χρόνο παγκοσμίως από ανθρώπους που είναι σωματικά δραστήριοι, σύμφωνα με μια νέα διεθνή μελέτη από Βρετανούς επιστήμονες. Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι 4.600 άνθρωποι ηλικίας 40 έως 74 ετών αποφεύγουν τον πρόωρο θάνατο ετησίως, μένοντας σωματικά δραστήριοι. 

  Οι ερευνητές των πανεπιστημίων Κέιμπριτζ και Εδιμβούργου, με επικεφαλής τη δρα Τέσα Στρέιν της Μονάδας Επιδημιολογίας του πρώτου, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό "The Lancet Global Health", ανέλυσαν στοιχεία για 168 χώρες, εστιάζοντας στο ποσοστό του πληθυσμού που τηρεί τη σύσταση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για αεροβική άσκηση ή άλλη δραστηριότητα μέτριας έως μεγάλης έντασης επί τουλάχιστον 150 λεπτά την εβδομάδα ή 75 λεπτά μεγάλης έντασης.

 Διαπιστώθηκε ότι το ποσοστό του πληθυσμού που είναι επαρκώς σωματικά δραστήριο, ποικίλει από 33% στο Κουβέιτ έως 94% στη Μοζαμβίκη. Εκτιμήθηκε ότι, λόγω της σωματικής δραστηριότητας, ο αριθμός των πρόωρων θανάτων είναι κατά μέσο όρο 15% χαμηλότερος κάθε χρόνο (14% για τις γυναίκες και 16% για τους άνδρες), από ό,τι θα ήταν χωρίς τη σωματική άσκηση. Αυτό ισοδυναμεί με περίπου 3,9 εκατομμύρια σωσμένες ζωές ετησίως.

 Το όφελος είναι μεγαλύτερο για τις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου αποτρέπονται κατά μέσο όρο 18% πρόωροι θάνατοι κάθε χρόνο, έναντι 14% στις ανεπτυγμένες χώρες (π.χ. στις ΗΠΑ εκτιμάται ότι η σωματικά δραστήρια ζωή σώζει 140.200 ανθρώπους κάθε χρόνο).

  Η σωματική δραστηριότητα μπορεί να περιλαμβάνει την άσκηση στο γυμναστήριο, τη συμμετοχή σε κάποιο ατομικό ή ομαδικό άθλημα, το ποδήλατο, το γρήγορο περπάτημα, τη γιόγκα, την κηπουρική κ.α.

ΑΠΕ

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) ελπίζει ότι φέτος μπορούν να παραχθούν εκατοντάδες εκατομμύρια δόσεις εμβολίου για τον κορονοϊό και 2 δισεκ. δόσεις έως τα τέλη του 2021, δήλωσε σήμερα η επικεφαλής επιστήμονας του Οργανισμού Σούμια Σουαμινάθαν.

 

Ο ΠΟΥ επεξεργάζεται σχέδια για να βοηθήσει να ληφθεί η απόφαση για το ποιος θα πρέπει να λάβει τις πρώτες δόσεις μόλις εγκριθεί το εμβόλιο, δήλωσε η ίδια.

 

 

Η προτεραιότητα θα δοθεί στους εργαζομένους της πρώτης γραμμής, όπως τους υγειονομικούς, στις ευπαθείς ομάδες λόγω ηλικίας ή άλλων νοσημάτων, και σε αυτούς που εργάζονται ή ζουν σε περιβάλλον υψηλής μεταδοτικότητας, όπως φυλακές και γηροκομεία.

 

«Δεν θα πρέπει να χάσουμε την ελπίδα»

«Ελπίζω, είμαι αισιόδοξη. Αλλά η ανάπτυξη ενός εμβολίου είναι ένα περίπλοκο εγχείρημα, συνοδεύεται από πολλή αβεβαιότητα», δήλωσε. «Το καλό είναι ότι έχουμε πολλά εμβόλια και πλατφόρμες, ούτως ώστε εάν το ένα αποτύχει, ή εάν και ένα δεύτερο αποτύχει, δεν θα πρέπει να χάσουμε την ελπίδα, να μην τα παρατήσουμε».

 

Αυτή τη στιγμή γίνονται δοκιμές σε ανθρώπους περίπου 10 πιθανών εμβολίων, με την ελπίδα ότι τους επόμενους μήνες θα μπορέσει να είναι διαθέσιμο ένα εμβόλιο. Κάποιες χώρες έχουν ήδη αρχίσει να συνάπτουν συμφωνίες με φαρμακευτικές εταιρίες για να παραγγείλουν δόσεις, ακόμα και πριν αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα κάποιου εμβολίου.

 

Η Σουαμινάθαν χαρακτήρισε αισιόδοξη τη φιλοδοξία για εκατοντάδες εκατομμύρια δόσεις φέτος και περιέγραψε ως ένα «μεγάλο εάν» την ελπίδα για έως 2 δισεκ. δόσεις από έως τρία διαφορετικά εμβόλια τον επόμενο χρόνο.

 

Πρόσθεσε ότι τα στοιχεία γενετικής ανάλυσης που έχουν συλλεχθεί έως τώρα έδειξαν ότι ο νέος κορονοϊός δεν έχει ακόμα μεταλλαχθεί με τρόπους που θα μπορούσαν να μεταβάλουν τη σοβαρότητα της ασθένειας που προκαλεί.

Σημάδια ελπίδας αρχίζουν να διαφαίνονται στη μάχη κατά της πανδημίας Covid-19, ανακοίνωσε σήμερα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) σημειώνοντας εντούτοις ότι οι χώρες πρέπει να συνεχίσουν να εργάζονται για τα μέτρα πρόληψης για τον περιορισμό της εξάπλωσης του νέου κορονοϊού.

Ενώ τα κρούσματα εξακολουθούν να αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς σε πολλές περιοχές του κόσμου, υπάρχουν ελπιδοφόρα σημάδια, είπε ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, σε διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου.

Ο επικεφαλής του Οργανισμού παράλληλα τόνισε πως είναι πολύ ευχάριστο νέο ότι τα αρχικά αποτελέσματα μιας κλινικής δοκιμής έδειξαν ότι ένα φθηνό, κοινό στεροειδές γνωστό ως δεξαμεθαζόνη μπορεί να βοηθήσει στη διάσωση των ασθενών της Covid-19 που νοσηλεύονται σε σοβαρή κατάσταση.

Τα αποτελέσματα των δοκιμών που ανακοινώθηκαν χθες, Τρίτη, από ερευνητές στη Βρετανία έδειξαν ότι η δεξαμεθαζόνη, που χρησιμοποιείται από τη δεκαετία του 1960 για τη μείωση της φλεγμονής σε ασθένειες όπως η αρθρίτιδα, μείωσε κατά ένα τρίτο την θνητότητα μεταξύ των νοσηλευόμενων ασθενών με Covid-19 που βρίσκονται σε σοβαρή κατάσταση.

Ο Μάικ Ράιαν, εκτελεστικός διευθυντής του προγράμματος εκτάκτων καταστάσεων του ΠΟΥ, δήλωσε από την πλευρά ότι είναι σημαντικό η χρήση της δεξαμεθαζόνης να φυλάσσεται για τη θεραπεία ασθενών της Covid-19 σε σοβαρή κατάσταση.

«Είναι εξαιρετικά σημαντικό σε αυτές τις περιπτώσεις το φάρμακο να φυλάσσεται για ασθενείς που νοσηλεύονται είτε σε σοβαρή είτε σε κρίσιμη κατάσταση, ώστε να μπορούν να επωφεληθούν σαφώς από αυτό», δήλωσε ο Ράιαν στην συνέντευξη Τύπου.

Νωρίτερα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ανακοίνωσε ότι θα ανανεώσει τις οδηγίες για την αγωγή των ασθενών της COVID-19 ώστε να περιλάβουν τα αποτελέσματα της κλινικής δοκιμής που έδειξαν ότι το φθηνό, ευρείας χρήσης στεροειδές δεξαμεθαζόνη είναι αποτελεσματικό στα βαριά περιστατικά.

Οι άνθρωποι κάτω των 20 ετών έχουν περίπου μισές πιθανότητες ευαισθησίας στην covid-19 από τους αντίστοιχους με ηλικία 20 ετών και πάνω, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε σήμερα, βάσει της οποίας τα κλινικά συμπτώματα της ασθένειας εμφανίζονται μόλις στο ένα πέμπτο των κρουσμάτων σε παιδιά και εφήβους.

 

Η έρευνα, που αποτελεί μία μελέτη μοντελοποίησης με δεδομένα από 32 τοποθεσίες σε Κίνα, Ιταλία, Ιαπωνία, Σιγκαπούρη, Καναδά και Νότια Κορέα, διαπιστώνει πως απεναντίας τα συμπτώματα της COVID-19 εμφανίζονται στο 69% των λοιμώξεων σε άτομα ηλικίας 70 ετών και άνω.

 

Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι το μέτρο του κλεισίματος των σχολείων - που εφαρμόσθηκε σε πολλές χώρες στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων για τον έλεγχο της πανδημίας του κορονοϊού - είναι πιθανό να έχουν περιορισμένο αντίκτυπο στη μετάδοση της νόσου, σύμφωνα με τους ερευνητές.

 

Η μελέτη, που δημοσιεύεται στο περιοδικό Nature Medicine, συγκρίνει την επίδραση που έχει το κλείσιμο των σχολείων σε προσομοιωμένες εξάρσεις γρίππης - που είναι γνωστό ότι μεταδίδεται ταχύτατα στα παιδιά - και COVID-19, της νόσου που προκαλείται από το νέο κορονοϊό.

 

"Για την COVID-19, τα αποτελέσματα από το κλείσιμο του σχολείου υπήρξαν πολύ μικρότερα", τονίζει η Ρόζαλιντ Έγκο, ερευνήτρια στη μοντελοποίηση λοιμωδών νόσων στο The London School of Hygiene and Tropical Medicine, η οποία ηγήθηκε της μελέτης.

 

'Οπως τόνισε πάντως η ίδια, τα πορίσματα προέρχονται από προσομοιώσεις επιδημιών και χρειάζεται να διευρυνθούν κι επικυρωθούν με έρευνες σε πραγματικές συνθήκες.

 

Χρησιμοποιώντας δημογραφικά δεδομένα από τις έξι χώρες, αλλά και από έξι έρευνες σχετικά με τα εκτιμώμενα ποσοστά μόλυνσης από COVID-19 και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων σε διαφορετικές ηλικιακές ομάδες, το μοντέλο έδειξε ότι άνθρωποι κάτω των 20 ετών δείχνουν περίπου τη μισή ευαισθησία στην COVID-19 απ' όσο εκείνοι ηλικίας άνω των 20 ετών, ενώ στο ηλικιακό φάσμα μεταξύ 10-19 ετών, μόνο το 21% των προσβεβλημένων είχε κλινικά συμπτώματα.

 

Οι ερευνητές επίσης προσομοίωσαν επιδημίες COVID-19 σε 146 πρωτεύουσες σε όλο τον κόσμο και διαπίστωσαν πως ο συνολικός αναμενόμενος αριθμός κλινικών κρουσμάτων διέφερε ανάλογα με τη μέση ηλικία.

 

"Η ηλικιακή δομή ενός πληθυσμού μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο", δήλωσε ο Δρ. Νίκολας Ντέιβις, που προΐστατο της έρευνας. "Χώρες με περισσότερο νεανικό πληθυσμό είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν χαμηλότερο φορτίο COVID-19", πρόσθεσε.

 H χρήση μάσκας προσώπου, παρόλο που επιβραδύνει την εξάπλωση του ιού, δεν «δουλεύει» πάντα καλά, ιδίως όταν βήχει συχνά αυτός που τη φοράει. Μια νέα μελέτη, με επικεφαλής έναν Έλληνα επιστήμονα στην Κύπρο, εκτιμά ότι μικρά μεμονωμένα σταγονίδια σάλιου μπορούν να πεταχτούν από τις άκρες της μάσκας και να φθάσουν σε απόσταση ακόμη και έως ενός μέτρου.

 

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Δημήτρη Δρικάκη του Πανεπιστημίου της Λευκωσίας, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό φυσικής «Physics of Fluids«, χρησιμοποίησαν υπολογιστικά μοντέλα για να «χαρτογραφήσουν» με ακρίβεια την αναμενόμενη εκτίναξη σταγονιδίων από έναν άνθρωπο με μάσκα, ο οποίος βήχει κατ’ επανάληψη.

 

 

Προηγούμενη μελέτη του ίδιου επιστήμονα και της ερευνητικής ομάδας του είχε δείξει ότι, όταν βήχει κάποιος χωρίς μάσκα, σταγονίδια σάλιου μπορούν να ταξιδέψουν σε απόσταση έως έξι μέτρων μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα. Η νέα μελέτη, που κάνει νέες εκτιμήσεις στην περίπτωση της χρήσης μάσκας, διαπίστωσε ότι, αν ο βήχας είναι επαναλαμβανόμενος, η αποτελεσματικότητα της μάσκας είναι μειωμένη, καθώς αφήνει από το πλάι της περισσότερα σταγονίδια να εκτοξευθούν στον αέρα. Το υπολογιστικό μοντέλο βασίζεται σε πολύπλοκες μαθηματικές εξισώσεις και οι ερευνητές χαρακτήρισαν «ανησυχητικά» τα ευρήματα τους.

 

Οι ερευνητές βρήκαν ότι όταν κανείς δεν φοράει μάσκα, τα περισσότερα σταγονίδια του βήχα ταξιδεύουν έως 70 εκατοστά, ενώ με τη μάσκα στη μισή περίπου απόσταση. Όμως και στις δύο περιπτώσεις υπάρχουν ορισμένα μεμονωμένα σταγονίδια που ταξιδεύουν πέρα από τα 70 εκατοστά. Επιπλέον, η αποτελεσματικότητα της μάσκας μειώνεται όσο συνεχίζεται ο βήχας. Μετά από δέκα «κύκλους» βήχα, η αποτελεσματικότητα μπορεί να μειωθεί κατά 8%, ποσοστό που αυξάνεται με βήχα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

 

Οι επιστήμονες επισημαίνουν πως η αναγκαία δοσολογία και η χρονική διάρκεια έκθεσης στον ιό για να μολυνθεί κανείς, δεν είναι γνωστά και πιθανότατα διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Όσον αφορά το μέγεθος των εκτοξευόμενων σωματιδίων με το βήχα, η διάμετρος τους είναι μεγαλύτερη, όταν κανείς δεν φοράει μάσκα. Επίσης η συγκέντρωση των σταγονιδίων στον αέρα αυξάνεται σταδιακά, όταν δεν γίνεται χρήση μάσκας.

 

Σύμφωνα με τη μελέτη, είναι σημαντικό να γίνεται καλή προσαρμογή της μάσκας στο πρόσωπο, καθώς ακόμη και όταν είναι σφιχτή, υπάρχουν πάντα μικρά ανοίγματα γύρω-γύρω, που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφυγή σταγονιδίων μολυσμένων με τον ιό.

 

Σε κάθε περίπτωση, «η χρήση μάσκας δεν παρέχει πλήρη προστασία. Συνεπώς η τήρηση αποστάσεων παραμένει ουσιώδης», τόνισε ο Δρικάκης, ο οποίος είναι απόφοιτος της Σχολής Μηχανολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ (1987), από όπου πήρε και το διδακτορικό του (1991). Αφού δίδαξε σε βρετανικά πανεπιστήμια (Queen Mary Λονδίνου, Cranfield και Strathclyde), είναι από το 2018 καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας στην Κύπρο.

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE