Η περιφέρεια της μέσης είναι ένας παράγοντας μεγαλύτερης ακρίβειας για τα επίπεδα λίπους στο σώμα μας συγκριτικά με τον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), ιδιαίτερα μεταξύ των ηλικιωμένων, όπως αποκαλύπτει νέα μελέτη.

 

Η έρευνα αυτή που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση "Obesity" είναι η πρώτη έρευνα μεγάλης κλίμακας η οποία εξετάζει τη σχέση μεταξύ περιφέρειας της μέσης στην ύστερη ενήλικη ζωή με την εμφάνιση άνοιας.

 

"Για όλους τους επιστήμονες που ασχολούνται με τη γηριατρική, την παχυσαρκία και την άνοια, η έρευνα αυτή δίνει έμφαση στην περιφέρεια της μέσης ως παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση άνοιας που σχετίζεται με την παχυσαρκία" είπε ο Χάι Τζιν Γιου, συντάκτης της μελέτης και αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Γκούρο της Κορέας.

 

Σε μια έρευνα που έγινε το 2015 σε περίπου 2 εκατομμύρια ανθρώπους από τη Βρετανία φάνηκε ότι τα περιστατικά άνοιας μειώνονταν με την αύξηση του ΔΜΣ. Άλλες έρευνες δεν βρήκαν καμία σχέση μεταξύ παχυσαρκίας και άνοιας. Σύμφωνα με τους επιστήμονες όμως, ο ΔΜΣ δεν είναι ένας καλός δείκτης μέτρησης της παχυσαρκίας γιατί δεν μπορεί να κάνει διάκριση μεταξύ λίπους και μυϊκής μάζας.

 

Η συγκεκριμένη έρευνα συνέλεξε δεδομένα από 872.082 συμμετέχοντες ηλικίας 65 ετών και άνω που συμμετείχαν στις διαγνωστικές εξετάσεις για την άνοια μέσα στο έτος 2009. Πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις με τους συμμετέχοντες κατά τις οποίες οι ίδιοι ρωτήθηκαν σχετικά με την ηλικία τους, το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ και τα επίπεδα σωματικής άσκησης. Η έρευνα χρησιμοποίησε την ασφάλεια υγείας που είχαν οι συμμετέχοντες ως δείκτη της οικονομικής τους κατάστασης. Μετρήθηκε επίσης ο ΔΜΣ, το βάρος σε κιλά και η περίμετρος της μέσης στο στενότερό της σημείο κατά την ελάχιστη αναπνοή.

 

Επειδή ο ΔΜΣ στην ύστερη ενήλικη ζωή μπορεί να επηρεάζεται από άλλες παθήσεις, οι ερευνητές ταξινόμησαν τους συμμετέχοντες χρησιμοποιώντας τον Δείκτη Συννοσηρότητας του Charlson σε δύο ομάδες ανάλογα με το αν δεν είχαν καμία συννοσηρότητα ή αν είχαν από μια και πάνω συννοσηρότητες.

 

Διαπιστώθηκε ότι οι συμμετέχοντες των οποίων η περίμετρος της μέσης τους ήταν πάνω από 90 εκ. για τους άντρες και πάνω από 85 για τις γυναίκες παρουσίαζαν αυξημένο κίνδυνο άνοιας ανεξαρτήτως των άλλων παραγόντων (ΔΜΣ, αρτηριακή πίεση, χοληστερόλη, λειτουργία του ήπατος και παράγοντες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής). Παράλληλα φάνηκε ότι αυτοί που ήταν λιποβαρείς διέτρεχαν αυξημένο κίνδυνο άνοιας συγκριτικά με εκείνους που είχαν φυσιολογικό βάρος.

 

"Η έρευνα αυτή δεν μας εξηγεί γιατί παρατηρούνται αυτές οι διαφορές αλλά ενδέχεται να δείχνει το πόσο διαφορετικό ρόλο μπορεί να παίζει το υποδόριο έναντι του σπλαχνικού λίπους σε ό,τι αφορά την εμφάνιση άνοιας, με το πρώτο να είναι προστατευτικό και το δεύτερο επιβλαβές", δήλωσε ο Νταν Μπέσεσεν, της σχολής Ιατρικής του Πανεπιστημίου του Κολοράντο, που δεν έλαβε μέρος στην μελέτη.

 

Ο ίδιος τόνισε ότι ο ΔΜΣ μπορεί να αφορά περισσότερο τη μυϊκή μάζα όταν πρόκειται για ηλικιωμένους πληθυσμούς.

 

Η συγκεκριμένη έρευνα έγινε αποκλειστικά σε ασιατικό πληθυσμό και κατά τον Μπέσεσεν θα είχε νόημα να γίνουν μελέτες για την επιβεβαίωση αυτού του ευρήματος και σε άλλους πληθυσμούς. Πράγματι, πάντως, η μελέτη αυτή δείχνει ότι το αυξημένο κοιλιακό λίπος συνδέεται με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας.

 Ένας μεταδοτικός καρκίνος έχει εξαπλωθεί από μύδια που ζουν στην ακτή του Καναδά στον Ατλαντικό (Βρετανική Κολομβία), σε άλλα είδη μυδιών που υπάρχουν στις δυτικές ακτές της Ευρώπης, καθώς και στη Νότια Αμερική.

 

Οι επιστήμονες γνώριζαν από καιρό ότι τα μύδια σε διάφορα μέρη του κόσμου εμφανίζουν καρκίνο, αλλά δεν ήταν βέβαιοι αν η ασθένεια είναι μεταδοτική, κάτι που επιβεβαίωσαν πλέον. Οι περισσότεροι καρκίνοι προκαλούνται από μεταλλάξεις του DNA που δεν είναι μεταδοτικές σε άλλα άτομα. Έχουν όμως βρεθεί και λίγα είδη (σκύλοι, διάβολος της Τασμανίας, δίθυρα κ.α.), μεταξύ των οποίων τα μύδια, όπου ο καρκίνος μπορεί να είναι μεταδοτικός σαν μικρόβιο ή παράσιτο σε άλλα ζώα (όχι στους ανθρώπους).

 

Οι ερευνητές από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, τον Καναδά, την Αργεντινή και τη Χιλή, με επικεφαλής τη Μαρίζα Γιονεμίτσου του Ερευνητικού Ινστιτούτου Pacific Northwest του Σιάτλ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό eLife, ανέλυσαν DNA από τρία διαφορετικά είδη μυδιών με καρκίνο που έχουν βρεθεί στις ακτές του Καναδά, της Γαλλίας, της Ολλανδίας, της Χιλής και της Αργεντινής.

 

Διαπιστώθηκε ότι τα καρκινικά κύτταρα των μυδιών της Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής (Mytilus edulis και Mytilus chilensis αντίστοιχα) ήταν γενετικά σχεδόν ταυτόσημα με τα καρκινικά κύτταρα στα μύδια του Καναδά (Mytilus trossulus), πράγμα που υποδηλώνει τη μετάδοση του καρκίνου κατά μήκος και διαμέσου του Ατλαντικού, με αρχική προέλευση κατά πάσα πιθανότητα τα καναδικά μύδια.

 

Εκτιμάται ότι στη μετάδοση του καρκίνου βοηθάνε τα πλοία που κάνουν υπερατλαντικά ταξίδια, καθώς οι επιστήμονες θεωρούν σχεδόν απίθανο τα μύδια με τον καρκίνο να έχουν εξαπλωθεί τόσο μακριά από μόνα τους.

Οι μεταγγίσεις αίματος είναι σωτήριες και όλοι το ξέρουμε αυτό, κι όμως η ανθρωπότητα εμφανίζει τεράστιες ελλείψεις σε διαθέσιμες ποσότητες και σε κάποιες μάλιστα χώρες τα ποσοστά είναι τραγικά. Σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «The Lancet Haematology», το αίμα που δίνει εθελοντικά ο κόσμος δεν φτάνει για να καλύψει τη ζήτηση. Το 61% των χωρών που ερεύνησαν δεν διαθέτουν επαρκές απόθεμα για τις μεταγγίσεις αίματος.

Παρατηρούν πως όλες οι χώρες της κεντρικής, ανατολικής και δυτικής υποσαχάριας Αφρικής, της Ωκεανίας και της νότιας Ασίας δεν έχουν ικανά αποθέματα.

Συνολικά, οι 119 από τις 195 χώρες που μελέτησαν πάσχουν σε επαρκείς ποσότητες αίματος για να σωθεί ο πληθυσμός τους. Κατά μέσο όρο, η ζήτηση ξεπερνά τις 1.849 μονάδες αίματος ανά 100.000 κατοίκους.

Το θέμα εμφανίζεται πιο οξυμένο στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Οι ερευνητές βρήκαν μάλιστα πως ακόμα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υποεκτιμά τις ανάγκες αίματος.

Όσο για τις χώρες που το αίμα επαρκεί, πρωταθλήτρια στέφθηκε η Δανία (14.704 μονάδες αίματος ανά 100.000 κατοίκους). Στον αντίποδα, οι ανάγκες για αίμα σε Ινδία, Μαδαγασκάρη και Νότιο Σουδάν ήταν κατά 75 φορές περισσότερες από την προσφορά.

 Η ανάλυση δειγμάτων αίματος, σε συνδυασμό με ένα πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης, αποτελεί ένα νέο τεστ, που μπορεί να επιταχύνει την διάγνωση καρκινικών όγκων στον εγκέφαλο, όπως ανακοίνωσαν Βρετανοί επιστήμονες.

 

Οι εγκεφαλικοί όγκοι συχνά έχουν ασαφή συμπτώματα, όπως πονοκεφάλους και προβλήματα μνήμης, με συνέπεια να μην διαγιγνώσκονται πάντα έγκαιρα. Η μόνη αξιόπιστη μέθοδος διάγνωσης τους είναι σήμερα η σάρωση του εγκεφάλου με μηχάνημα απεικόνισης.

 

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Πολ Μπρέναν του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, που έκαναν τη σχετική ανακοίνωση σε συνέδριο του βρετανικού Εθνικού Ινστιτούτου Ερευνών για τον Καρκίνο στη Γλασκώβη, ανακοίνωσαν ότι το νέο τεστ τους, το οποίο ανιχνεύει χημικές ουσίες που αποβάλλουν οι εγκεφαλικοί όγκοι στην κυκλοφορία του αίματος, θα βοηθήσει στην ταχύτερη διάγνωση και θα βελτιώσει την επιβίωση των ασθενών.

 

Οι όγκοι στον εγκέφαλο μειώνουν το προσδόκιμο ζωής κατά 20 χρόνια κατά μέσο όρο, περισσότερο από κάθε άλλο είδος καρκίνου. Πολλοί ασθενείς διαγιγνώσκονται στα επείγοντα του νοσοκομείου, παρόλο που έως τότε έχουν επισκεφθεί αρκετές φορές κάποιο γιατρό για διάφορα συμπτώματα.

 

«Είναι δύσκολο να διαγνωσθεί ένας όγκος στον εγκέφαλο. Ένας πονοκέφαλος μπορεί να είναι σημάδι τέτοιου όγκου, αλλά το πιθανότερο είναι ότι πρόκειται για κάτι άλλο, συνεπώς δεν είναι πρακτικό να στέλνει κανείς πολλούς ανθρώπους για τομογραφία του εγκεφάλου τους, μήπως και πρόκειται για όγκο. Η μεγάλη δυσκολία είναι να εντοπίσει κανείς ποιοι άνθρωποι πρέπει επειγόντως να πάνε να κάνουν τέτοια απεικόνιση», δήλωσε ο δρ Μπρέναν.

 

Το νέο τεστ, που βασίζεται στην τεχνική της υπέρυθρης φασματοσκοπίας και σε ένα πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης, εντοπίζει στο αίμα τη χημική «υπογραφή» του εγκεφαλικού όγκου. Οι έως τώρα δοκιμές του σε δείγματα αίματος από 400 ανθρώπους με πιθανό όγκο στον εγκέφαλο (οι 40 αποδείχθηκε αργότερα ότι πράγματι είχαν) δείχνουν ότι «έπιασε» σωστά το 82% των εγκεφαλικών όγκων, καθώς και το 84% όσων δεν είχαν όγκο (χαμηλός βαθμός ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων). Στην περίπτωση του συνηθέστερου όγκου στον εγκέφαλο, του γλοιώματος, το τεστ είχε ακρίβεια 92% στην ανίχνευση των ασθενών.

 

Σε επόμενο στάδιο το τεστ θα δοκιμαστεί σε μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων, ενώ οι επιστήμονες δεν αποκλείουν την προσαρμογή του, ώστε να χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση και άλλων καρκίνων (ωοθηκών, παγκρέατος, εντέρου και προστάτη).

Είναι γενικώς αποδεκτό πως το μητρικό γάλα είναι καλύτερο από καθετί άλλο εκεί έξω, μόνο που ο θηλασμός δεν είναι πάντα δυνατός για όλες τις γυναίκες. Μια νέα μελέτη έρχεται λοιπόν να γεφυρώσει αυτή τη διαφορά με μια νέα φόρμουλα που προσφέρει πολλά από τα οφέλη του μητρικού γάλατος και κάτι επιπλέον που βοηθά στην ανάπτυξη του εγκεφάλου.

Ένα από τα βασικά συστατικά του μητρικού γάλατος κατάφεραν να ανασυνθέσουν οι επιστήμονες, το οποίο περιέχει πρωτεΐνες, σάκχαρα και λιπίδια. Κι ενώ δεν είναι ακόμα σαφές γιατί αυτό το συστατικό είναι τόσο καθοριστικό, οι έρευνες δείχνουν πως λείπει από τα βρεφικά γάλατα της αγοράς.

«Οι ενδείξεις αρχίζουν να συσσωρεύονται και υποδεικνύουν πως αυτά τα θρεπτικά συστατικά είναι σημαντικά», λέει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κάνσας, John Colombo, που συνυπογράφει τη μελέτη.

Το πείραμα έγινε σε 300 βρέφη της Κίνας και τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Journal of Pediatrics», όπου οι ερευνητές μιλάνε για εντυπωσιακά ευρήματα.

Όπως το γεγονός ότι τα βρέφη που τράφηκαν με το εργαστηριακό γάλα είχαν υψηλότερο σκορ σε επίπεδο νευροανάπτυξης μεταξύ 4-9 μηνών. Αλλά και καλύτερες γλωσσικές δεξιότητες στους 18 μήνες από τα μωρά που τράφηκαν με μητρικό γάλα…

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE